jhgj

 

Το κρασί ξέρει και το πιο παλιόσπιτο να ντύνει

πάλι με πλούτο θαυμαστό

και ξέρει μυθικές στοές να στήνει

στον χρυσοκόκκινό του αφρό

σαν ήλιος που σ’ έναν ουρανό συννεφιασμένο σβήνει.

 

Τ’ όπιο μάς κάνει πιο τρανή την απεραντοσύνη

κι ατέρμονες των ορίων τις γραμμές

σκάφτει πλατιά την ηδονή, τον χρόνο τον βαθύνει,

και μαύρες θλιβερές χαρές, πέρα απ’ ό,τι είναι μπορετό,

μες στην ψυχή ξεχύνει.

 

Μα τίποτα όλ’ αυτά ‘ναι μπρος στο πώς φαρμάκι κλείεται

στα πράσινα σου μάτια, ως με κοιτάν,

λίμνη όπου τρέμει μου η ψυχή κι ανάστροφα θωριέται…

κοπάδι εκεί τα ονείρατά μου πάν’, κι η δίψα τους μες στην πικρή την άβυσσό

της σβύεται.

 

Και τίποτα μπρος στ’ άγριο το θαύμα δεν αξίζουν,

του σάλιου σου της δαγκωνιάς,

που δίχως τύψη την ψυχή στη λήθη μού βυθίζει,

και διώχνοντας τον ίλιγγο μεμιάς, 

λιγόθυμη στου θανάτου τις όχθες την λικνίζει!

 

 

 

 

[ενότητα Spleen και Ιδεώδες  –  «Τα Άνθη του Κακού»

 

 

Advertisements