stock-photo-9760045-demon-door-knocker
των Γιάννη Κωνσταντίνου και Χρήστου Μιάμη

Στις 25.6.2013 και στην Εφημερίδα των Συντακτών ,δημοσιεύτηκε άρθρο του καθηγητή Θ. Γεωργίου με τίτλο «Τί είναι η Χρυσή Αυγή;»   Ο κ. καθηγητής, ο οποίος όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι συμμετείχε, στο think tank του γνωστού τιτάνα της σκέψης και της πολιτικής Θ. Πάγκαλου. Στην επιφυλλιδογραφία του, τότε, υπέγραφε με ό,τι μπορεί να σημαίνει τούτο στα ελληνικά ως «ερευνητής της σχολής της Φρανκφούρτης»!!. Το άρθρο του καθηγητή Θ. Γεωργίου ξεκινά θέτοντας το ερώτημα που φέρει ο τίτλος του άρθρου και στην ουσία τελειώνει με την αγαπημένη αποστροφή καθηγητή έκθεσης στο σχολείο: τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα είναι ζήτημα παιδείας. Το άρθρο συνολικά είναι ένας εύσχημος τρόπος να μην απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε, υπονομεύοντάς το αρχικά και κατόπιν δημιουργεί του όρους αποδοχής του κοινωνικού φαινομένου για το οποίο φαίνεται αρχικά και να επερωτά.

Συγκεκριμένα, ο κ. καθηγητής λέει «Εξαρχής πρέπει να τεθεί το ερώτημα τι είναι η Χρυσή Αυγή και αυτό δεν έχει να κάνει με τις μεταφυσικές ανησυχίες επιστημόνων και στοχαστών, ούτε με τους οντολογικούς προσδιορισμούς του ίδιου του πράγματος, αλλά αναφέρεται χωρίς πνευματικές διαμεσολαβήσεις στην υπαρκτική κατάσταση και στην υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.» Έτσι λοιπόν ο κ. καθηγητής αφού αποκλείσει «οντολογικούς προσδιορισμούς του ίδιου του πράγματος» και τις «πνευματικές διαμεσολαβήσεις» λίγο παρακάτω μας λέει ότι κάποιοι «…αγνοούν την οντολογική συγκρότηση και τη λειτουργική δομή αυτού του πράγματος που ονομάζεται «Χρυσή Αυγή». Ο κ. καθηγητής για να μπορέσει να πει τα αδιανόητα παραπάνω πρέπει να μετατρέψει τις έννοιες, όπως και κάνει, σε asylum ignorantiae: τουτέστιν τις έννοιες οντολογικός προσδιορισμός, το ίδιο το πράγμα, πνευματικές(;;!!) διαμεσολαβήσεις, για να καταλήξει λέγοντας ότι το όλο ζήτημα ,για το οποίο γράφει για να μας διαφωτίσει, ανάγεται στην «υπαρκτική κατάσταση και στην υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», χωρίς βεβαίως να μας εξηγήσει τί σημαίνει υπαρκτική κατάσταση και τί υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και εάν σημαίνουν κάτι αυτή η συνθήκη και κατάσταση, δεν μεσολαβούνται αναγκαία από ό,τι ο κ. καθηγητής εξ΄αρχής απέκλεισε και εφόσον το ζήτημα της Χρυσής Αυγής ανάγεται στην «υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», αυτή ειδικά η τελευταία δεν ανάγεται συγκεκριμένα στους όρους της ιστορικής (ως καθολικής μεσολάβησης) συγκρότησης αυτής της κοινωνίας ,όπως και κάθε κοινωνίας; Βεβαίως ο κ. καθηγητής αυτοαναιρείται καθόσον θέτει ένα οντολογικής τάξης ερώτημα δεν μας εξηγεί, εφόσον αναζητά την απάντησή του στο νεφελώδες πεδίο του υπαρκτικού, εάν το οντολογικό Είναι μετέχει κάπως της Ουσίας ή το αντίθετο, διότι ο κ. καθηγητής πιθανόν γνωρίζει ή θα όφειλε να γνωρίζει την καντιανή κριτική στο είναι ή την εγελιανή. Όχι, ο κ. καθηγητής δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «μεταφυσικές ανησυχίες» διότι στοχεύει αλλού δηλαδή στο παρεπίμπτον, στο απομονωμένο από το γενικό και καθολικό, σε ό,τι μπορεί να εμφανισθεί ως ξεκομμένο από το γενικό, το οποίο τελικά θα ονομάσει υπαρκτική συνθήκη.

Η ελληνική κοινωνία δεν είναι κοινωνία εν γένει, αλλά συγκεκριμένα καπιταλιστική κοινωνία και η οποιαδήποτε ιδιομορφία της ανάγεται αποκλειστικά σε αυτή τη συγκεκριμένη διαμεσολάβηση γενικού ειδικού. Ο κ. καθηγητής ομιλώντας για το ακαθόριστο «αρχαϊκό» κάτι (που το παρουσιάζει χονδροειδώς ώστε να ομοιάζει με το α-ιστορικό φροϋδικό Id), επιθυμεί ακριβώς να αποσιωπήσει το κυρίαρχο γενικό: τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας ο οποίος παρήγαγε και ναζιστικό κόμμα για το οποίο επιχειρεί να μας διαφωτίσει με το άρθρο του ο κ. καθηγητής. Για το ίδιο λόγο ομιλεί και για κρίση που από καπιταλιστική, ταχυδακτυλουργικά μετατρέπεται σε συνειδησιακή ή δίκην καφενείου σε αξιακή κ.ο.κ. «όλοι παραδεχόμαστε ότι η ελληνική κοινωνία κατά τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε καθεστώς κρίσης και όμως κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς και γιατί συμβαίνει αυτό. Στην περίπτωση της κρίσης, στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό. Ο όρος «αυτό» καθίσταται λέξη χωρίς νόημα και χωρίς αναφορά σε όσα γίνονται και συντελούνται στην ελληνική κοινωνία. Τέλος πάντων το «αυτό», δηλαδή η κρίση (λέξη χωρίς νόημα), υποστασιοποιείται στην κοινωνία, πολιτική και οικονομική μορφή ζωής που εκφράζει η Χρυσή Αυγή.» Τώρα, βεβαίως αυτό το «κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς και γιατί συμβαίνει αυτό» αφορά προδήλως τον κ. καθηγητή και τα εξηγητικά του σχήματα, ο οποίος και ως χρήστης εννοιών ενώ δεν αντιλαμβάνεται ούτε το πώς ούτε το γιατί (δηλαδή τίποτα) μας λέει και το εκπληκτικό ότι «Τέλος πάντων το «αυτό», δηλαδή η κρίση (λέξη χωρίς νόημα), υποστασιοποιείται στην κοινωνία, πολιτική και οικονομική μορφή ζωής που εκφράζει η Χρυσή Αυγή.», δηλαδή η δηλωμένη του αγνωσία (για να μην αναφερθούμε στη γραμματική και το συντακτικό της πρότασης) περί του πώς και γιατί, κάπως υποστασιοποιείται!!! ,έτσι απλά και άμεσα δια της Χρυσής Αυγής. Αυτό που εντέχνως αποσιωπά ο κ . καθηγητής και δη πολιτικής φιλοσοφίας είναι ότι ο φασισμός-ναζισμός δεν είναι παρά μορφή και η πεμπτουσία της έννοιας της αστικής κυριαρχίας και δεν είναι κατάλοιπο κανενός «αρχαϊκού εαυτού» (επίσης αδιευκρίνιστο το τι σημαίνει αυτό) «επειδή η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε ορθολογική οντότητα», αλλά όπου επικράτησε ήταν κατεξοχήν ορθολογική επιλογή της αστικής τάξης, χωρίς να έχει καν ανάγκη τη φιλελεύθερη ή νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και τα ευγενή παράγωγά της, που ούτε συγκροτητική θεωρία της αστικής κοινωνίας δύναται να είναι. Ο κ. καθηγητής ως παλαιότερος ερευνητής της σχολής της Φρανκφούρτης θα όφειλε να γνωρίζει, αλλά αφήνει παντελώς στο απυρόβλητο τον ανορθολογικό πυρήνα του ίδιου του ορθολογισμού που ανέδειξε η εν λόγω σχολή και όχι μόνο. Διαφεύγει άραγε του κ. καθηγητή ότι τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης λειτούργησαν ως ορθολογικότατες καπιταλιστικές μονάδες παραγωγής με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής#.

Ο κ. καθηγητής έρχεται και στη εξήγηση της εμφάνισης του φαινομένου Χρυσή Αυγή και ανευρίσκει τρεις αιτίες:«πρώτον, το πρόβλημα της μετανάστευσης, δεύτερον, το πρόβλημα και το σχέδιο της δημοσιονομικής προσαρμογής και τρίτον, το πρόβλημα της «αποδόμησης» της πολιτικής συνείδησης, όπως αυτή «κατασκευάστηκε» κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης.» και το φάρμακο θα προκύψει αβίαστα «εάν οι πολιτικές δυνάμεις στην ελληνική κοινωνία προωθήσουν την ιδέα της «κατάργησης των μνημονίων», τη διαχείριση του ζητήματος της μετανάστευσης στο πλαίσιο του πολιτικού διαφωτισμού (και όχι του πρωτόγονου ανθρωπισμού) και το πρόγραμμα του επαναπροσδιορισμού και της «ανακατασκευής» του πολιτικού συστήματος.». Όσον αφορά το φάρμακο, δεν αντιλαμβανόμαστε πώς οι αποδομημένες πολιτικές δυνάμεις θα προωθήσουν την ιδέα (εδώ ο κ. καθηγητής γίνεται ο ανατροπέας του εγελιανισμού) της κατάργησης των μνημονίων, εφόσον συνειδητά και ορθολογικότατα επέλεξαν τον εν λόγω μηχανισμό, διότι απλούστατα εξυπηρετεί τα βασικά συμφέροντα της αστικής κυριαρχίας, ήτοι κατακρήμνιση μισθών και συντάξεων και διάλυση του δημοσίου, δηλαδή αύξηση με κάθε τρόπο των κερδών των καπιταλιστών. Ο κ. καθηγητής δηλαδή προτείνει τη βουλησιαρχική αυτοκατάργηση της αστικής τάξης. # Το δεύτερο φάρμακο περιλαμβάνει την «διαχείριση του ζητήματος της μετανάστευσης στο πλαίσιο του πολιτικού διαφωτισμού (και όχι του πρωτόγονου ανθρωπισμού)» , αλλά δυστυχώς οι εξελίξεις έχουν προσπεράσει τον κ. καθηγητή, ο οποίος πιθανόν έχει πληροφορηθεί ότι στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη στρατόπεδα συγκέντρωσης για μετανάστες οι βασικές αρχές λειτουργίας των οποίων υποθέτουμε ότι έλαβαν υπόψιν τις ενστάσεις του κ. καθηγητή για τήρηση του πλαισίου του πολιτικού διαφωτισμού και σαφώς δεν κινούνται στα πλαίσια κάποιου πρωτόγονου ανθρωπισμού, αλλά εκείνου του ανώτερου που επέδειξε η γερμανική αστική τάξη στα τότε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο κ. καθηγητής όμως κάποια στιγμή φτάνει και στη λύση του προβλήματος της παρουσίας του ναζιστικού κόμματος στην Ελλάδα : «Το τελικό θεωρητικό και πολιτικό ταυτόχρονα συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: όσοι υποστηρίζουν ότι η Χρυσή Αυγή είναι πολιτικό κόμμα ή φασιστικό μόρφωμα, μπορούν να υιοθετήσουν τις μεθόδους και τις διαδικασίες των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμου. Όσοι παραδέχονται ότι η Χρυσή Αυγή είναι ο «αρχαϊκός εαυτός» της ελληνικής κοινωνίας, τότε επιβάλλεται, χωρίς καμία χρονοτριβή, να αναληφθούν πρωτοβουλίες «συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών». Το αποτέλεσμα θα κριθεί από την Ιστορία.»

Είναι προφανές ότι ο κ. καθηγητής δεν συγκαταλέγεται σ’εκείνους που θεωρούν τη Χ.Α ως φασιστικό κόμμα, αλλά βεβαίως έχει δίκιο για τα περί νομοσχεδίων, διότι υπάρχουν οι αποτελεσματικότερες μέθοδοι τις οποίες επέλεξε κάποτε η «αρχαϊκή» ελληνική κ οινωνία και κατά την άποψή μας είναι και οι μόνες. Η πρόταση λοιπόν του κ. καθηγητή «χωρίς καμία χρονοτριβή, να αναληφθούν πρωτοβουλίες «συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών», πέραν του ότι ομοιάζει με περιγραφή δράσης ένταξης σε ΕΣΠΑ (η ανευ νοήματος λέξη κρίση δυστυχώς παράγει αποτελέσματα με νόημα), θέτει και το μείζον και επείγον θέμα, χωρίς βεβαίως να μας λέει σε ποιά κατεύθυνση, αλλαγής των συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών πράγμα που θέτει βεβαίως και η ίδια η Χ.Α. από τη πλευρά της, τούτο σημαίνει ότι τόσο ο κ. καθηγητής όσο και η Χ.Α. διαθέτουν μία προεννοημένη έννοια πολιτικού διαφωτισμού-ορθολογισμού για την οποία πασχίζει ο κ. καθηγητής, η οποία βεβαίως ως τέτοια καθίσταται ipso facto ανορθολογική. Όσοι δηλαδή από τη μεταπολίτευση και μετά αισθάνονται άνοες και πεπλανημένοι μπορούν να ελπίζουν στο νέο διαφωτισμό, αλλά κυρίως στις νέες μαθησιακές διαδικασίες πυρήνας των οποίων θα είναι ο αρχαϊκός χαρακτήρας του φασισμού, κάτι σαν ασύνειδο, παραμόνιμο και λανθάνον στοιχείο στον καθένα μας, που η παιδεία ή η αρχαιολογία γιατί όχι και η ψυχανάλυση οπωσδήποτε θα εξαλείψει. Επειδή δε καπιταλισμό δεν είχαμε πάντα, το αρχαϊκό στοιχείο καθίσταται οντολογικά πρότερο στον α-ιστορικό ορίζοντα του κ. καθηγητή και άρα ο καπιταλισμός ως νεωτερικός και μετέχοντας του διαφωτισμού δεν έχει ουδεμία σχέση των τρόπων που ιστορικά κατίσχυσε και κατισχύει. Στην πραγματικότητα ο κ. καθηγητής με πολύ ευτελή τεχνάσματα δικαιολογεί τον φασισμό ως πολιτική μορφή του καπιταλισμού.

Το 1796 ο τότε αφελής και νεαρός Hegel έγραφε:«…Από τη Φύση έρχομαι στα έργα του ανθρώπου. Προτάσσοντας την ιδέα της ανθρωπότητας ,θέλω να δείξω, ότι δεν υπάρχει καμία ιδέα του κράτους, επειδή το κράτος είναι κάτι μηχανικό [υπάρχει] εξίσου ελάχιστα όσο υπάρχει και μια ιδέα μιας μηχανής. Μόνον ό,τι είναι αντικείμενο της ελευθερίας ονομάζεται Ιδέα. Πρέπει λοιπόν να πάμε πέρα από το κράτος! Διότι κάθε κράτος πρέπει αναγκαστικά να μεταχειρίζεται ελεύθερους ανθρώπους ως μηχανικό σύνολο γραναζιών και δεν πρέπει να το κάνει επομένως πρέπει να πάψει…Ταυτοχρόνως θέλω να καταθέσω εδώ τις αρχές μιας ιστορίας της ανθρωπότητας και να ξεγυμνώσω ως το πετσί του όλο εκείνο το άθλιο ανθρώπινο έργο που συνίσταται σε κράτος, σύνταγμα, κυβέρνηση ,νομοθεσία. Τέλος ακολουθούν οι ιδέες ενός ηθικού κόσμου, της θεότητας, της αθανασίας, ανατροπής κάθε ψευδούς πίστεως, διωγμός του παπαδαριού, που τελευταία υποκρίνεται ελλογικότητα, από τον ίδιο το Λόγο.». [Hegel, Das älteste Systemprogramm des deutschen Idealismus.]. Ο «κρατιστής» Hegel σαφώς διέκρινε την ουσία, της αστικής κοινωνίας που έμπροσθέν του είχε, ο καθηγητής Θ. Γεωργίου έμπροσθεν του αναγνωστικού κοινού μίας εφημερίδας, της ημερήσιας προσευχής της αμεσότητας, ως γνήσιος διαφωτιστής απλά και μεταμοντέρνα δικαιολογεί τα πάντα προσποιούμενος ελλογικότητα, από τον ίδιο το Λόγο.

Βιβλιογραφικές παρατηρήσεις και αναφορές

1. Επειδή ο κ. καθηγητής απέκλεισε στην ανάλυσή κάθε ιστορική διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο της γεγονικότητας, σ΄αυτό το πεδίο ας μας επιτρέψει μία αναφορά. Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, ο κ. Κrupp ο οποίος τότε ως καπιταλιστής δεν παρήγαγε οικοσκευές αλλά άλλα κυρίως εμπορεύματα, οι κύριοι της Siemens και της Aeg, οι κύριοι της Thyssen Group, οι απόγονοι των οποίων στη σημερινή Ελλάδα κατασκεύασαν το πασίγνωστο αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος και από ό,τι φαίνεται και διάφορους άλλους Βενιζέλους, ο κ. Porsche o oποίος δέχονταν αθρόες προσελεύσεις κομμουνιστών και εβραίων εργατών από στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι κύριοι της ING Farben και άλλοι είχαν μία ευχάριστη ανταλλαγή απόψεων με τον Hitler και άλλους του κόμματός του (εάν ενδιαφέρεται μπορεί να αναζητήσει στοιχεία ο κ. καθηγητής, δεν είναι τόσο αρχαϊκά). Όλοι οι παραπάνω είχαν και κάποιους υπερατλαντικούς φίλους στα πλαίσια του business as usual. Ενδεικτικά: η Ford, η General Motors (θυγατρικής της Οpel και όχι μόνο), η General Electric, η Standard Oil ( σήμερα Exxon-Mobil), η ΙΒΜ, η ΙΤΤ ( σήμερα ΑΤ&Τ), η τράπεζα Chase Manhatan κ.ά. Ο πρόεδρος της ΙΒΜ Τ.Γουώτσον, η εταιρεία του οποίου συν τοις άλλοις έφτιαχνε τα λογιστικά φύλλα στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πρόεδρος της Ford, Χ. Φόρντ (κάτι θα έχει ακούσει ο κ. καθηγητής για τον φορντισμό ως ορθολογισμό της βιομηχανικής παραγωγής) τιμήθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Γ’ Ράιχ το 1937 και το 1938. Ο Churchill, επίσης, δήλωνε τον άκρατο θαυμασμό του στο τότε φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας. Δεν επιθυμούμε να κουράσουμε τον κ. καθηγητή θυμίζοντάς του σε τι ιδιοκτησιακό καθεστώς παρέμειναν οι παραπάνω γερμανικές εταιρείες στη μεταπολεμική Γερμανία ,ούτε μέχρι πότε στελέχη του ναζιστικού κόμματος βρίσκονταν στο κρατικό μηχανισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας και όχι μόνο.

2. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο πρωθυπουργός στο συνέδριο του κόμματός του μιλούσε για την ανάγκη ήττας της Αριστεράς. Τούτο βεβαίως στην πραγματικότητα σημαίνει κήρυξη της Αριστεράς σε εσωτερικό εχθρό δηλαδή προαναγγελία εμφυλίου πολέμου, και τούτο σε συνθήκες καθόλου ανάλογες του Δεκεμβρίου του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν και οι γνωστές δηλώσεις περί συνεργασίας του κόμματος του πρωθυπουργού με τους φασίστες της Χ.Α., προφανώς σ΄έναν ορίζοντα a la C. Schmitt θεώρησης κάποιου ως εχθρού τον οποίο και κατονομάζει, εκτινάζοντας έτσι και τη γελοία ρητορία περί άκρων, λες και η Χ.Α. δεν είναι η ρητότητα της Ν.Δ. και όχι μόνο, ή απλούστερα η ναζιστική ιδεολογία πού ακριβώς διαφέρει από την φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη; [ http://www.902.gr/eidisi/apopseis-sholia/21543/oi-nazi-ymnoyn-hoyntes-kai-aristokratia ]. Μήπως η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να πάρει στα σοβαρά την εξαγγελία του πρωθυπουργού και να απαντήσει αναλόγως;

3. Η φαιδρή ρητορική της Χ.Α. πυρήνας της οποίας είναι ό,τι ακριβώς ο κ. καθηγητής αποκαλεί ως δήθεν «αρχαϊκό» στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας ,έχει το ακροατήριο της στα μεσοαστικά και κυρίως στα μικροαστικά στρώματα που απειλούνται με βίαιη προλεταριοποίηση, αφαιρώντας τους ταυτόχρονα και όλο το δίχτυ ασφαλείας ,που η αστική κοινωνία τα είχε προσδέσει με αυτήν, δια του «κοινωνικού» κράτους. Τα ταξικά συμφέροντα των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων ταυτίζονται με εκείνα της κυρίαρχης τάξης ακριβώς διότι η πρόσδεσή τους με αυτή εκφράζει τους ιδιαίτερους όρους ύπαρξης αυτών των στρωμάτων στη καθολική κυριαρχία της αστικής τάξης ,η οποία για να νομιμοποιεί (όταν τούτο για συγκεκριμένους λόγους καθίσταται αναγκαίο) την κυριαρχία της οφείλει να εμφανίζεται ως καθολική κοινωνική τάξη, δηλ. ως η κοινωνία εν γένει, κυρίως έναντι της εργατικής. Η προλεταριοποίηση των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων αφαιρεί ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους της ασφάλειας των στρωμάτων αυτών [(όχι άδικα «οι χρηματιστές ονομάζουν ασφαλείς τοποθετήσεις, τοποθετήσεις του οικογενειάρχη,…» Π.Λαφάργκ: Η οικονομική λειτουργία του Χρηματιστηρίου,σ.33,εκδ.ΚΨΜ)]. Η φασιστική ρητορική επιστρέφει την ασφάλεια ως επίθεση έναντι αυτών που διακινδύνευσαν την μακαριότητα των μικροαστικών στρωμάτων, αξιοποιώντας την ταύτιση με τον επιτιθέμενο ως χονδροειδή μηχανισμό πρόσληψης της ασφάλειας, παροντοποιώντας μυθολογικά το παρελθόν ως ψευδεπίγραφη επιστροφή σε μία ακαθόριστη ηθικότητα (Sittlichkeit, προφανώς όχι με την εγελιανή έννοιά της). Η μυθολογική παρουσία του παρελθόντος στο δυσβάστακτο παρόν δίνει τη δυνατότητα στη φασιστική ρητορική να εμφανίζεται ως εκτός αυτού του παρόντος, μέχρις ότου αυτό το ίδιο το παρόν συνθλίψει εκ νέου τους όρους πρόσληψης της μικροαστικής ασφάλειας. Αυτός ο μηχανισμός είναι που προκαλεί αγαλλίαση στα μικροαστικά στρώματα κάθε φορά στο άκουσμα του «νόμος και τάξη» μέχρις ότου βεβαίως με το αληθές οικονομικό του περιεχόμενο στραφεί εναντίων τους.

Το ψυχικό υπόβαθρο των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων ,κάνοντας μία ποιητική υπέρβαση περιγράφει έξοχα ο Dante στη Θεία Κωμωδία, Κόλαση, Canto III, 36-51.

«Μές στη μιζέρια ετούτη ζούνε

οι θλιβερές ψυχές εκείνων που έχουν ζήσει

δίχως ψεγάδια, μα και χωρίς επαίνους.

Μές στον κακό χορό ανακατεμένες

με όσους αγγέλους δεν ξεσηκώθηκαν ούτε όμως και πιστοί

στο θεό σταθήκαν, παρά τον εαυτό τους θυμηθήκαν.

Τους διώχνουν τα ουράνια, την ομορφιά τους μη μολύνουν,

μα ούτε και τα βαθιά τα τάρταρα δεν τους καλωσορίζουν,

………….

μ’αυτούς μην ασχολούμαστε, κοίτα μόνο και πέρνα».

Μετ. Ανδ. Ριζιώτης

Πηγή:  Praxis
Advertisements