Posts from the ‘ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΘΕΩΡΙΑ’ Category

Φασισμός : Έλλογο γέννημα της καπιταλιστικής ολότητας

 

stock-photo-9760045-demon-door-knocker
των Γιάννη Κωνσταντίνου και Χρήστου Μιάμη

Στις 25.6.2013 και στην Εφημερίδα των Συντακτών ,δημοσιεύτηκε άρθρο του καθηγητή Θ. Γεωργίου με τίτλο «Τί είναι η Χρυσή Αυγή;»   Ο κ. καθηγητής, ο οποίος όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι συμμετείχε, στο think tank του γνωστού τιτάνα της σκέψης και της πολιτικής Θ. Πάγκαλου. Στην επιφυλλιδογραφία του, τότε, υπέγραφε με ό,τι μπορεί να σημαίνει τούτο στα ελληνικά ως «ερευνητής της σχολής της Φρανκφούρτης»!!. Το άρθρο του καθηγητή Θ. Γεωργίου ξεκινά θέτοντας το ερώτημα που φέρει ο τίτλος του άρθρου και στην ουσία τελειώνει με την αγαπημένη αποστροφή καθηγητή έκθεσης στο σχολείο: τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα είναι ζήτημα παιδείας. Το άρθρο συνολικά είναι ένας εύσχημος τρόπος να μην απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε, υπονομεύοντάς το αρχικά και κατόπιν δημιουργεί του όρους αποδοχής του κοινωνικού φαινομένου για το οποίο φαίνεται αρχικά και να επερωτά.

Συγκεκριμένα, ο κ. καθηγητής λέει «Εξαρχής πρέπει να τεθεί το ερώτημα τι είναι η Χρυσή Αυγή και αυτό δεν έχει να κάνει με τις μεταφυσικές ανησυχίες επιστημόνων και στοχαστών, ούτε με τους οντολογικούς προσδιορισμούς του ίδιου του πράγματος, αλλά αναφέρεται χωρίς πνευματικές διαμεσολαβήσεις στην υπαρκτική κατάσταση και στην υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.» Έτσι λοιπόν ο κ. καθηγητής αφού αποκλείσει «οντολογικούς προσδιορισμούς του ίδιου του πράγματος» και τις «πνευματικές διαμεσολαβήσεις» λίγο παρακάτω μας λέει ότι κάποιοι «…αγνοούν την οντολογική συγκρότηση και τη λειτουργική δομή αυτού του πράγματος που ονομάζεται «Χρυσή Αυγή». Ο κ. καθηγητής για να μπορέσει να πει τα αδιανόητα παραπάνω πρέπει να μετατρέψει τις έννοιες, όπως και κάνει, σε asylum ignorantiae: τουτέστιν τις έννοιες οντολογικός προσδιορισμός, το ίδιο το πράγμα, πνευματικές(;;!!) διαμεσολαβήσεις, για να καταλήξει λέγοντας ότι το όλο ζήτημα ,για το οποίο γράφει για να μας διαφωτίσει, ανάγεται στην «υπαρκτική κατάσταση και στην υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», χωρίς βεβαίως να μας εξηγήσει τί σημαίνει υπαρκτική κατάσταση και τί υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και εάν σημαίνουν κάτι αυτή η συνθήκη και κατάσταση, δεν μεσολαβούνται αναγκαία από ό,τι ο κ. καθηγητής εξ΄αρχής απέκλεισε και εφόσον το ζήτημα της Χρυσής Αυγής ανάγεται στην «υπαρξιακή συνθήκη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», αυτή ειδικά η τελευταία δεν ανάγεται συγκεκριμένα στους όρους της ιστορικής (ως καθολικής μεσολάβησης) συγκρότησης αυτής της κοινωνίας ,όπως και κάθε κοινωνίας; Βεβαίως ο κ. καθηγητής αυτοαναιρείται καθόσον θέτει ένα οντολογικής τάξης ερώτημα δεν μας εξηγεί, εφόσον αναζητά την απάντησή του στο νεφελώδες πεδίο του υπαρκτικού, εάν το οντολογικό Είναι μετέχει κάπως της Ουσίας ή το αντίθετο, διότι ο κ. καθηγητής πιθανόν γνωρίζει ή θα όφειλε να γνωρίζει την καντιανή κριτική στο είναι ή την εγελιανή. Όχι, ο κ. καθηγητής δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «μεταφυσικές ανησυχίες» διότι στοχεύει αλλού δηλαδή στο παρεπίμπτον, στο απομονωμένο από το γενικό και καθολικό, σε ό,τι μπορεί να εμφανισθεί ως ξεκομμένο από το γενικό, το οποίο τελικά θα ονομάσει υπαρκτική συνθήκη.

Η ελληνική κοινωνία δεν είναι κοινωνία εν γένει, αλλά συγκεκριμένα καπιταλιστική κοινωνία και η οποιαδήποτε ιδιομορφία της ανάγεται αποκλειστικά σε αυτή τη συγκεκριμένη διαμεσολάβηση γενικού ειδικού. Ο κ. καθηγητής ομιλώντας για το ακαθόριστο «αρχαϊκό» κάτι (που το παρουσιάζει χονδροειδώς ώστε να ομοιάζει με το α-ιστορικό φροϋδικό Id), επιθυμεί ακριβώς να αποσιωπήσει το κυρίαρχο γενικό: τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας ο οποίος παρήγαγε και ναζιστικό κόμμα για το οποίο επιχειρεί να μας διαφωτίσει με το άρθρο του ο κ. καθηγητής. Για το ίδιο λόγο ομιλεί και για κρίση που από καπιταλιστική, ταχυδακτυλουργικά μετατρέπεται σε συνειδησιακή ή δίκην καφενείου σε αξιακή κ.ο.κ. «όλοι παραδεχόμαστε ότι η ελληνική κοινωνία κατά τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε καθεστώς κρίσης και όμως κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς και γιατί συμβαίνει αυτό. Στην περίπτωση της κρίσης, στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί συμβαίνει αυτό. Ο όρος «αυτό» καθίσταται λέξη χωρίς νόημα και χωρίς αναφορά σε όσα γίνονται και συντελούνται στην ελληνική κοινωνία. Τέλος πάντων το «αυτό», δηλαδή η κρίση (λέξη χωρίς νόημα), υποστασιοποιείται στην κοινωνία, πολιτική και οικονομική μορφή ζωής που εκφράζει η Χρυσή Αυγή.» Τώρα, βεβαίως αυτό το «κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς και γιατί συμβαίνει αυτό» αφορά προδήλως τον κ. καθηγητή και τα εξηγητικά του σχήματα, ο οποίος και ως χρήστης εννοιών ενώ δεν αντιλαμβάνεται ούτε το πώς ούτε το γιατί (δηλαδή τίποτα) μας λέει και το εκπληκτικό ότι «Τέλος πάντων το «αυτό», δηλαδή η κρίση (λέξη χωρίς νόημα), υποστασιοποιείται στην κοινωνία, πολιτική και οικονομική μορφή ζωής που εκφράζει η Χρυσή Αυγή.», δηλαδή η δηλωμένη του αγνωσία (για να μην αναφερθούμε στη γραμματική και το συντακτικό της πρότασης) περί του πώς και γιατί, κάπως υποστασιοποιείται!!! ,έτσι απλά και άμεσα δια της Χρυσής Αυγής. Αυτό που εντέχνως αποσιωπά ο κ . καθηγητής και δη πολιτικής φιλοσοφίας είναι ότι ο φασισμός-ναζισμός δεν είναι παρά μορφή και η πεμπτουσία της έννοιας της αστικής κυριαρχίας και δεν είναι κατάλοιπο κανενός «αρχαϊκού εαυτού» (επίσης αδιευκρίνιστο το τι σημαίνει αυτό) «επειδή η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε ορθολογική οντότητα», αλλά όπου επικράτησε ήταν κατεξοχήν ορθολογική επιλογή της αστικής τάξης, χωρίς να έχει καν ανάγκη τη φιλελεύθερη ή νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και τα ευγενή παράγωγά της, που ούτε συγκροτητική θεωρία της αστικής κοινωνίας δύναται να είναι. Ο κ. καθηγητής ως παλαιότερος ερευνητής της σχολής της Φρανκφούρτης θα όφειλε να γνωρίζει, αλλά αφήνει παντελώς στο απυρόβλητο τον ανορθολογικό πυρήνα του ίδιου του ορθολογισμού που ανέδειξε η εν λόγω σχολή και όχι μόνο. Διαφεύγει άραγε του κ. καθηγητή ότι τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης λειτούργησαν ως ορθολογικότατες καπιταλιστικές μονάδες παραγωγής με όλα τα χαρακτηριστικά αυτής#.

Ο κ. καθηγητής έρχεται και στη εξήγηση της εμφάνισης του φαινομένου Χρυσή Αυγή και ανευρίσκει τρεις αιτίες:«πρώτον, το πρόβλημα της μετανάστευσης, δεύτερον, το πρόβλημα και το σχέδιο της δημοσιονομικής προσαρμογής και τρίτον, το πρόβλημα της «αποδόμησης» της πολιτικής συνείδησης, όπως αυτή «κατασκευάστηκε» κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης.» και το φάρμακο θα προκύψει αβίαστα «εάν οι πολιτικές δυνάμεις στην ελληνική κοινωνία προωθήσουν την ιδέα της «κατάργησης των μνημονίων», τη διαχείριση του ζητήματος της μετανάστευσης στο πλαίσιο του πολιτικού διαφωτισμού (και όχι του πρωτόγονου ανθρωπισμού) και το πρόγραμμα του επαναπροσδιορισμού και της «ανακατασκευής» του πολιτικού συστήματος.». Όσον αφορά το φάρμακο, δεν αντιλαμβανόμαστε πώς οι αποδομημένες πολιτικές δυνάμεις θα προωθήσουν την ιδέα (εδώ ο κ. καθηγητής γίνεται ο ανατροπέας του εγελιανισμού) της κατάργησης των μνημονίων, εφόσον συνειδητά και ορθολογικότατα επέλεξαν τον εν λόγω μηχανισμό, διότι απλούστατα εξυπηρετεί τα βασικά συμφέροντα της αστικής κυριαρχίας, ήτοι κατακρήμνιση μισθών και συντάξεων και διάλυση του δημοσίου, δηλαδή αύξηση με κάθε τρόπο των κερδών των καπιταλιστών. Ο κ. καθηγητής δηλαδή προτείνει τη βουλησιαρχική αυτοκατάργηση της αστικής τάξης. # Το δεύτερο φάρμακο περιλαμβάνει την «διαχείριση του ζητήματος της μετανάστευσης στο πλαίσιο του πολιτικού διαφωτισμού (και όχι του πρωτόγονου ανθρωπισμού)» , αλλά δυστυχώς οι εξελίξεις έχουν προσπεράσει τον κ. καθηγητή, ο οποίος πιθανόν έχει πληροφορηθεί ότι στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη στρατόπεδα συγκέντρωσης για μετανάστες οι βασικές αρχές λειτουργίας των οποίων υποθέτουμε ότι έλαβαν υπόψιν τις ενστάσεις του κ. καθηγητή για τήρηση του πλαισίου του πολιτικού διαφωτισμού και σαφώς δεν κινούνται στα πλαίσια κάποιου πρωτόγονου ανθρωπισμού, αλλά εκείνου του ανώτερου που επέδειξε η γερμανική αστική τάξη στα τότε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο κ. καθηγητής όμως κάποια στιγμή φτάνει και στη λύση του προβλήματος της παρουσίας του ναζιστικού κόμματος στην Ελλάδα : «Το τελικό θεωρητικό και πολιτικό ταυτόχρονα συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: όσοι υποστηρίζουν ότι η Χρυσή Αυγή είναι πολιτικό κόμμα ή φασιστικό μόρφωμα, μπορούν να υιοθετήσουν τις μεθόδους και τις διαδικασίες των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμου. Όσοι παραδέχονται ότι η Χρυσή Αυγή είναι ο «αρχαϊκός εαυτός» της ελληνικής κοινωνίας, τότε επιβάλλεται, χωρίς καμία χρονοτριβή, να αναληφθούν πρωτοβουλίες «συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών». Το αποτέλεσμα θα κριθεί από την Ιστορία.»

Είναι προφανές ότι ο κ. καθηγητής δεν συγκαταλέγεται σ’εκείνους που θεωρούν τη Χ.Α ως φασιστικό κόμμα, αλλά βεβαίως έχει δίκιο για τα περί νομοσχεδίων, διότι υπάρχουν οι αποτελεσματικότερες μέθοδοι τις οποίες επέλεξε κάποτε η «αρχαϊκή» ελληνική κ οινωνία και κατά την άποψή μας είναι και οι μόνες. Η πρόταση λοιπόν του κ. καθηγητή «χωρίς καμία χρονοτριβή, να αναληφθούν πρωτοβουλίες «συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών», πέραν του ότι ομοιάζει με περιγραφή δράσης ένταξης σε ΕΣΠΑ (η ανευ νοήματος λέξη κρίση δυστυχώς παράγει αποτελέσματα με νόημα), θέτει και το μείζον και επείγον θέμα, χωρίς βεβαίως να μας λέει σε ποιά κατεύθυνση, αλλαγής των συνειδησιακών και μαθησιακών διαδικασιών πράγμα που θέτει βεβαίως και η ίδια η Χ.Α. από τη πλευρά της, τούτο σημαίνει ότι τόσο ο κ. καθηγητής όσο και η Χ.Α. διαθέτουν μία προεννοημένη έννοια πολιτικού διαφωτισμού-ορθολογισμού για την οποία πασχίζει ο κ. καθηγητής, η οποία βεβαίως ως τέτοια καθίσταται ipso facto ανορθολογική. Όσοι δηλαδή από τη μεταπολίτευση και μετά αισθάνονται άνοες και πεπλανημένοι μπορούν να ελπίζουν στο νέο διαφωτισμό, αλλά κυρίως στις νέες μαθησιακές διαδικασίες πυρήνας των οποίων θα είναι ο αρχαϊκός χαρακτήρας του φασισμού, κάτι σαν ασύνειδο, παραμόνιμο και λανθάνον στοιχείο στον καθένα μας, που η παιδεία ή η αρχαιολογία γιατί όχι και η ψυχανάλυση οπωσδήποτε θα εξαλείψει. Επειδή δε καπιταλισμό δεν είχαμε πάντα, το αρχαϊκό στοιχείο καθίσταται οντολογικά πρότερο στον α-ιστορικό ορίζοντα του κ. καθηγητή και άρα ο καπιταλισμός ως νεωτερικός και μετέχοντας του διαφωτισμού δεν έχει ουδεμία σχέση των τρόπων που ιστορικά κατίσχυσε και κατισχύει. Στην πραγματικότητα ο κ. καθηγητής με πολύ ευτελή τεχνάσματα δικαιολογεί τον φασισμό ως πολιτική μορφή του καπιταλισμού.

Το 1796 ο τότε αφελής και νεαρός Hegel έγραφε:«…Από τη Φύση έρχομαι στα έργα του ανθρώπου. Προτάσσοντας την ιδέα της ανθρωπότητας ,θέλω να δείξω, ότι δεν υπάρχει καμία ιδέα του κράτους, επειδή το κράτος είναι κάτι μηχανικό [υπάρχει] εξίσου ελάχιστα όσο υπάρχει και μια ιδέα μιας μηχανής. Μόνον ό,τι είναι αντικείμενο της ελευθερίας ονομάζεται Ιδέα. Πρέπει λοιπόν να πάμε πέρα από το κράτος! Διότι κάθε κράτος πρέπει αναγκαστικά να μεταχειρίζεται ελεύθερους ανθρώπους ως μηχανικό σύνολο γραναζιών και δεν πρέπει να το κάνει επομένως πρέπει να πάψει…Ταυτοχρόνως θέλω να καταθέσω εδώ τις αρχές μιας ιστορίας της ανθρωπότητας και να ξεγυμνώσω ως το πετσί του όλο εκείνο το άθλιο ανθρώπινο έργο που συνίσταται σε κράτος, σύνταγμα, κυβέρνηση ,νομοθεσία. Τέλος ακολουθούν οι ιδέες ενός ηθικού κόσμου, της θεότητας, της αθανασίας, ανατροπής κάθε ψευδούς πίστεως, διωγμός του παπαδαριού, που τελευταία υποκρίνεται ελλογικότητα, από τον ίδιο το Λόγο.». [Hegel, Das älteste Systemprogramm des deutschen Idealismus.]. Ο «κρατιστής» Hegel σαφώς διέκρινε την ουσία, της αστικής κοινωνίας που έμπροσθέν του είχε, ο καθηγητής Θ. Γεωργίου έμπροσθεν του αναγνωστικού κοινού μίας εφημερίδας, της ημερήσιας προσευχής της αμεσότητας, ως γνήσιος διαφωτιστής απλά και μεταμοντέρνα δικαιολογεί τα πάντα προσποιούμενος ελλογικότητα, από τον ίδιο το Λόγο.

Βιβλιογραφικές παρατηρήσεις και αναφορές

1. Επειδή ο κ. καθηγητής απέκλεισε στην ανάλυσή κάθε ιστορική διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο της γεγονικότητας, σ΄αυτό το πεδίο ας μας επιτρέψει μία αναφορά. Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, ο κ. Κrupp ο οποίος τότε ως καπιταλιστής δεν παρήγαγε οικοσκευές αλλά άλλα κυρίως εμπορεύματα, οι κύριοι της Siemens και της Aeg, οι κύριοι της Thyssen Group, οι απόγονοι των οποίων στη σημερινή Ελλάδα κατασκεύασαν το πασίγνωστο αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος και από ό,τι φαίνεται και διάφορους άλλους Βενιζέλους, ο κ. Porsche o oποίος δέχονταν αθρόες προσελεύσεις κομμουνιστών και εβραίων εργατών από στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι κύριοι της ING Farben και άλλοι είχαν μία ευχάριστη ανταλλαγή απόψεων με τον Hitler και άλλους του κόμματός του (εάν ενδιαφέρεται μπορεί να αναζητήσει στοιχεία ο κ. καθηγητής, δεν είναι τόσο αρχαϊκά). Όλοι οι παραπάνω είχαν και κάποιους υπερατλαντικούς φίλους στα πλαίσια του business as usual. Ενδεικτικά: η Ford, η General Motors (θυγατρικής της Οpel και όχι μόνο), η General Electric, η Standard Oil ( σήμερα Exxon-Mobil), η ΙΒΜ, η ΙΤΤ ( σήμερα ΑΤ&Τ), η τράπεζα Chase Manhatan κ.ά. Ο πρόεδρος της ΙΒΜ Τ.Γουώτσον, η εταιρεία του οποίου συν τοις άλλοις έφτιαχνε τα λογιστικά φύλλα στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο πρόεδρος της Ford, Χ. Φόρντ (κάτι θα έχει ακούσει ο κ. καθηγητής για τον φορντισμό ως ορθολογισμό της βιομηχανικής παραγωγής) τιμήθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Γ’ Ράιχ το 1937 και το 1938. Ο Churchill, επίσης, δήλωνε τον άκρατο θαυμασμό του στο τότε φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας. Δεν επιθυμούμε να κουράσουμε τον κ. καθηγητή θυμίζοντάς του σε τι ιδιοκτησιακό καθεστώς παρέμειναν οι παραπάνω γερμανικές εταιρείες στη μεταπολεμική Γερμανία ,ούτε μέχρι πότε στελέχη του ναζιστικού κόμματος βρίσκονταν στο κρατικό μηχανισμό της μεταπολεμικής Γερμανίας και όχι μόνο.

2. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο πρωθυπουργός στο συνέδριο του κόμματός του μιλούσε για την ανάγκη ήττας της Αριστεράς. Τούτο βεβαίως στην πραγματικότητα σημαίνει κήρυξη της Αριστεράς σε εσωτερικό εχθρό δηλαδή προαναγγελία εμφυλίου πολέμου, και τούτο σε συνθήκες καθόλου ανάλογες του Δεκεμβρίου του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν και οι γνωστές δηλώσεις περί συνεργασίας του κόμματος του πρωθυπουργού με τους φασίστες της Χ.Α., προφανώς σ΄έναν ορίζοντα a la C. Schmitt θεώρησης κάποιου ως εχθρού τον οποίο και κατονομάζει, εκτινάζοντας έτσι και τη γελοία ρητορία περί άκρων, λες και η Χ.Α. δεν είναι η ρητότητα της Ν.Δ. και όχι μόνο, ή απλούστερα η ναζιστική ιδεολογία πού ακριβώς διαφέρει από την φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη; [ http://www.902.gr/eidisi/apopseis-sholia/21543/oi-nazi-ymnoyn-hoyntes-kai-aristokratia ]. Μήπως η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να πάρει στα σοβαρά την εξαγγελία του πρωθυπουργού και να απαντήσει αναλόγως;

3. Η φαιδρή ρητορική της Χ.Α. πυρήνας της οποίας είναι ό,τι ακριβώς ο κ. καθηγητής αποκαλεί ως δήθεν «αρχαϊκό» στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας ,έχει το ακροατήριο της στα μεσοαστικά και κυρίως στα μικροαστικά στρώματα που απειλούνται με βίαιη προλεταριοποίηση, αφαιρώντας τους ταυτόχρονα και όλο το δίχτυ ασφαλείας ,που η αστική κοινωνία τα είχε προσδέσει με αυτήν, δια του «κοινωνικού» κράτους. Τα ταξικά συμφέροντα των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων ταυτίζονται με εκείνα της κυρίαρχης τάξης ακριβώς διότι η πρόσδεσή τους με αυτή εκφράζει τους ιδιαίτερους όρους ύπαρξης αυτών των στρωμάτων στη καθολική κυριαρχία της αστικής τάξης ,η οποία για να νομιμοποιεί (όταν τούτο για συγκεκριμένους λόγους καθίσταται αναγκαίο) την κυριαρχία της οφείλει να εμφανίζεται ως καθολική κοινωνική τάξη, δηλ. ως η κοινωνία εν γένει, κυρίως έναντι της εργατικής. Η προλεταριοποίηση των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων αφαιρεί ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους της ασφάλειας των στρωμάτων αυτών [(όχι άδικα «οι χρηματιστές ονομάζουν ασφαλείς τοποθετήσεις, τοποθετήσεις του οικογενειάρχη,…» Π.Λαφάργκ: Η οικονομική λειτουργία του Χρηματιστηρίου,σ.33,εκδ.ΚΨΜ)]. Η φασιστική ρητορική επιστρέφει την ασφάλεια ως επίθεση έναντι αυτών που διακινδύνευσαν την μακαριότητα των μικροαστικών στρωμάτων, αξιοποιώντας την ταύτιση με τον επιτιθέμενο ως χονδροειδή μηχανισμό πρόσληψης της ασφάλειας, παροντοποιώντας μυθολογικά το παρελθόν ως ψευδεπίγραφη επιστροφή σε μία ακαθόριστη ηθικότητα (Sittlichkeit, προφανώς όχι με την εγελιανή έννοιά της). Η μυθολογική παρουσία του παρελθόντος στο δυσβάστακτο παρόν δίνει τη δυνατότητα στη φασιστική ρητορική να εμφανίζεται ως εκτός αυτού του παρόντος, μέχρις ότου αυτό το ίδιο το παρόν συνθλίψει εκ νέου τους όρους πρόσληψης της μικροαστικής ασφάλειας. Αυτός ο μηχανισμός είναι που προκαλεί αγαλλίαση στα μικροαστικά στρώματα κάθε φορά στο άκουσμα του «νόμος και τάξη» μέχρις ότου βεβαίως με το αληθές οικονομικό του περιεχόμενο στραφεί εναντίων τους.

Το ψυχικό υπόβαθρο των μεσοαστικών και μικροαστικών στρωμάτων ,κάνοντας μία ποιητική υπέρβαση περιγράφει έξοχα ο Dante στη Θεία Κωμωδία, Κόλαση, Canto III, 36-51.

«Μές στη μιζέρια ετούτη ζούνε

οι θλιβερές ψυχές εκείνων που έχουν ζήσει

δίχως ψεγάδια, μα και χωρίς επαίνους.

Μές στον κακό χορό ανακατεμένες

με όσους αγγέλους δεν ξεσηκώθηκαν ούτε όμως και πιστοί

στο θεό σταθήκαν, παρά τον εαυτό τους θυμηθήκαν.

Τους διώχνουν τα ουράνια, την ομορφιά τους μη μολύνουν,

μα ούτε και τα βαθιά τα τάρταρα δεν τους καλωσορίζουν,

………….

μ’αυτούς μην ασχολούμαστε, κοίτα μόνο και πέρνα».

Μετ. Ανδ. Ριζιώτης

Πηγή:  Praxis
Advertisements

«Συγχρονική και άνιση ανάπτυξη» – editorial του νέου τεύχους της Μαρξιστικής Επιθεώρησης Praxis που κυκλοφορεί στις 5 Απρίλη/περιεχόμενα τεύχους

309labour1

«Συγχρονική και άνιση ανάπτυξη»  – editorial

 

Στο έργο του γερμανού θεωρητικού Έρνστ Μπλοχ, η έννοια της «συγχρονικής και άνισης ανάπτυξης» [Ungleichzeitigkeit] αφορούσε τη συνύπαρξη, μέσα στην ίδια κοινωνική σφαίρα μιας χώρας, διαφορετικών «στιγμών» από την εξέλιξη του τρόπου παραγωγής, που με τη σειρά τους πυροδοτούν τόσο αντικειμενικές αντιφάσεις όσο και πολιτικο-ιδεολογικούς συνδυασμούς που έχουν ως στόχο την υποκειμενική διαχείρισή τους. Εν προκειμένω, η έννοια μπορεί να αναπροσαρμοστεί στα σημερινά δεδομένα για να σηματοδοτήσει κάτι διαφορετικό, δηλαδή τη συνύπαρξη, μέσα στην καπιταλιστική ολοκλήρωση της ευρωζώνης, διαφορετικών πολιτικο-οικονομικών συσχετισμών και διαφορετικών σταδίων ανάπτυξης της ταξικής πάλης, που όμως αναγκαστικά αλληλεπιδρούν κάτω από την κοινή πίεση της κρίσης και των μέσων διαχείρισής της, τόσο από τα θεσμικά όργανα της ευρωενωσιακής εξουσίας όσο και από το εγχώριο αστικό πολιτικό προσωπικό.

 

 

Η περίπτωση της Κύπρου, που πρόσφατα εισήλθε βίαια στο παγκόσμιο μάτι του κυκλώνα μέσω της εισήγησης του Γιούρογκρουπ για φορολογικό τέλος («κούρεμα») στις τραπεζικές καταθέσεις της χώρας, των σεναρίων για τις εθνικές και διεθνείς επιπτώσεις αυτής της εισήγησης, και, τελικά, της απόρριψής της από το κυπριακό κοινοβούλιο, προσφέρει ένα ενδιαφέρον υπόδειγμα των δυνατοτήτων που προσφέρει στη μαρξιστική σκέψη σήμερα η εκ νέου νοηματοδότηση αυτής της θεωρητικής έννοιας του Μπλοχ. 

 

 

Η σύγκριση Ελλάδας και Κύπρου, πιο συγκεκριμένα, αποκαλύπτει μια σειρά από αντιφατικά, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, δεδομένα: στην Κύπρο, η «κυβέρνηση της αριστεράς», η οποία προωθείται στην Ελλάδα ως λίγο-πολύ «ανατρεπτική» λύση στο καπιταλιστικό αδιέξοδο, αποτελούσε την τετριμμένη πραγματικότητα μέχρι πολύ πρόσφατα: στις προεδρικές εκλογές του 2008, o Δημήτρης Χριστόφιας, πρώην ΓΓ του Ανορθωτικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ) αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα της προεδρίας της Κύπρου. Το κόμμα του έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα κυπριακά πολιτικά πράγματα και, ακόμα και μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές στη χώρα, παραμένει δεύτερο τη τάξει, με μία μόνο έδρα λιγότερη από αυτή του δεξιού ΔΗΣΥ.

 

Όμως η μελλοντολογική ουτοπία της ελληνικής αριστεράς αναδείχθηκε στην Κύπρο ήδη ως μια εμπειρία σταδιακής απογοήτευσης. H «αριστερή» κυβέρνηση ΑΚΕΛ έχασε τα στηρίγματά της στο κεντρώο ΔΗΚΟ και έμεινε μόνη της στην κυβερνητική εξουσία και ανίσχυρη να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για επίλυση του κυπριακού. Σαν να μην έφτανε αυτό, και ιδιαίτερα μετά και τις αστικές επιθέσεις εναντίον του υποτιθέμενου «σοβιετισμού» και «τριτοκοσμισμού» της μετά την έκρηξη στη στρατιωτική βάση στο Μαρί, εισήλθε ραγδαία σε μια φάση εντυπωσιακών υπαναχωρήσεων προς το ντόπιο και ευρωενωσιακό κεφάλαιο, καθώς και υιοθέτησης όλο και πιο ανοιχτά οπορτουνιστικής πολιτικής ρητορικής.[i] Κορυφαίες στιγμές της διαδικασίας αυτής υπήρξαν η συμφωνία για την ανακεφαλαίωση της Λαϊκής Τράπεζας με 1,8 δις που οδήγησε τα δημοσιονομικά της χώρας στον γκρεμό, η ανοιχτή σύμπλευση με τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των αστικών τάξεων σε Ελλάδα και Ισραήλ, η υπερψήφιση, τον Δεκέμβριο του 2012, 24 συμφωνημένων με την τρόικα αντεργατικών νομοσχεδίων σε μια κοινοβουλευτική συνεδρία-παρωδία 29 λεπτών, και τέλος, η κομματική υιοθέτηση, μετά από μια σειρά παλινωδιών, της αναγκαιότητας της υπαγωγής της χώρας σε ένα δήθεν «προνομιακό» Μνημόνιο, και η κωμικοτραγική ανάδειξη του Μνημονίου σε προεκλογική «υπόσχεση» για τη «σωτηρία» της χώρας στις προεδρικές εκλογές του φετινού Φλεβάρη (δια στόματος του νέου υποψηφίου του ΑΚΕΛ για την προεδρία, του Σταύρου Μαλά). Στην κρίσιμη περίοδο που διανύσαμε από το 2011 και δώθε, από την άλλη, το εργατικό κίνημα στην Κύπρο, σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο συνδικαλιστικά από το ίδιο κόμμα, ήταν στην ουσία απόν από το πεδίο της ταξικής πάλης και περίμενε, σε ρόλο εκ των υστέρων σχολιαστή, τα πορίσματα των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τις ευρωενωσιακές αρχές.

 

 

Έτσι, η «προωθημένη» θέση της Κύπρου έναντι της Ελλάδας σε ό,τι αφορούσε τους πολιτικούς συσχετισμούς αποτυπώθηκε ταυτόχρονα με μια σημαντική υστέρηση σε ό,τι αφορούσε τη μαχητικότητα και τη διεκδικητικότητα του εργατικού κινήματος, το οποίο διανύει μια παρατεταμένη κατάσταση συγκριτικής αδράνειας. Την ίδια στιγμή, ένα κομμάτι της λεγόμενης αριστεράς στην Ελλάδα κατακτούσε δυσθεώρητα για την ως τότε δυναμική του ποσοστά προβάλλοντας λίγο ως πολύ την ιδέα ότι η ανώτατη αποστολή του εργατικού κινήματος είναι η ανάδειξη στην κυβέρνηση ενός κόμματος που θα είχε τα χαρακτηριστικά που ενσάρκωνε ήδη –και με πολύ απογοητευτικά για τα λαϊκά στρώματα αποτελέσματα– το ΑΚΕΛ. Η υποταγή του εργατικού κινήματος της Κύπρου στον αριστερό κυβερνητισμό είχε ως αποτέλεσμα όχι μονάχα την αύξηση της ικανότητας των αντεργατικών μέτρων να εξασφαλίζουν «συναίνεση», αλλά και τον εκφυλισμό της όποιας «εναλλακτικής» αίγλης της αριστεράς, κι έτσι η ήττα του υποψηφίου του ΑΚΕΛ στις πρόσφατες εκλογές και η άνοδος του δεξιού Νίκου Αναστασιάδη στην προεδρία μετατράπηκε σε απλή εκπλήρωση μιας προδιαγεγραμμένης πορείας. 

 

 

Δεν πρόλαβε όμως το πολιτικό εποικοδόμημα στην Κύπρο να «επιστρέψει» σε έναν «εναρμονισμό κορυφής» με αυτό της Ελλάδας (δεξιά κυβέρνηση, σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση) και μια νέα εξέλιξη, η προαναφερθείσα πρόταση του Γιούρογκρουπ να ζητήσει κούρεμα των τραπεζικών καταθέσεων, εξανάγκασε τα ίδια τα αστικά κόμματα του κυπριακού κοινοβουλίου (κεντροδεξιά και κεντροαριστερά) να καταψηφίσουν, για πρώτη φορά σε ό,τι αφορά κράτος-μέλος της ΕΕ, εισήγηση του θεσμικού της οργάνου. Στην Ελλάδα, η τροπή αυτή οδήγησε τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά σε μια εκ νέου φετιχοποίηση της «προωθημένης» σε σχέση με την Ελλάδα θέση της Κύπρου, της οποίας το αστικό πολιτικό προσωπικό αναπαραστάθηκε ως «ικανότερο στη διαπραγμάτευση» (δηλώσεις Αλ. Τσίπρα) και «πατριωτικότερο», και έφτασε ακόμα και να διαχωρίζεται από τις «αστικές πολιτικές δυνάμεις» της Ελλάδας ως κάτι ποιοτικά διαφορετικό (δηλώσεις Π. Λαφαζάνη).[ii] Εν τω μεταξύ, καθώς η ελληνική σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει τις διερευνητικές επαφές της με την εγχώρια λαϊκή δεξιά των Ανεξάρτητων Ελλήνων[iii], αντιπροσωπεία του κόμματος επισκέφθηκε εσπευσμένα τον κύπριο ιδεολογικό ομόλογο των ΑΝΕΛ Γιώργο Λιλλήκα, συντάχθηκε με την πρόταση του ΑΚΕΛ για «απεμπλοκή από την τρόικα με παραμονή στην ευρωζώνη»[iv], και απηύθυνε υψηλόφρονα εγκώμια, δια στόματος του βουλευτή του Μανώλη Γλέζου, στον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, έναν από τους ισχυρότερους, πολιτικά και οικονομικά, εκπροσώπους του κυπριακού μεγάλου κεφαλαίου.[v] Από τη σκοπιά αυτή, οι εξελίξεις στην Κύπρο, που γίνονται όλο και δραματικότερες καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, επιβεβαιώνουν πλήρως τις προβλέψεις των κομμουνιστών για συμπόρευση της νέας σοσιαλδημοκρατίας με τις αστικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, συμπόρευση η οποία προς το παρόν εκφράζεται με όρους ενός παιχνιδιού ισορροπίας, τόσο από πλευράς ΑΚΕΛ όσο και από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στις διαβεβαιώσεις στήριξης στο «εθνικό κεφάλαιο» και στην προσπάθεια να διατηρηθούν αλώβητα τα δεσμά με την ευρωζώνη και την ΕΕ σε Κύπρο και Ελλάδα.

 

 

Η τωρινή όμως σύμπλευση στην Κύπρο ανάμεσα στο αστικοκοινοβουλευτικό και στο λαϊκό «όχι» στις όλο και πιο εκβιαστικές και επιθετικές πιέσεις των οργάνων της ΕΕ δεν εγγυάται, ιδιαίτερα υπό το βάρος των ραγδαίων εξελίξεων, τη δυνατότητα μιας ειρηνευτικής παγίωσης της «συναίνεσης» μεταξύ λαϊκών στρωμάτων και της ντόπιας αστικής τάξης. Καθώς οι πιέσεις αυξάνονται, και καθώς το κλίμα στη Λευκωσία εξελίσσεται ταχέως σε έκρυθμο και ο χαρακτήρας των ευρωπαϊκών πιέσεων αποκτά διαστάσεις τελεσιγραφικών απειλών πολεμικού αποκλεισμού και στραγγαλισμού της οικονομίας[vi], η επί μακρόν καλλιεργημένη ιδεολογία της αναγκαιότητας συναίνεσης ανάμεσα στην αστική τάξη και τα εργατικά-λαϊκά στρώματα θα δοκιμαστεί εντονότερα από ό,τι ποτέ στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν, με απρόβλεπτες αυτή τη στιγμή συνέπειες για την Κύπρο και εξίσου απρόβλεπτες αντηχήσεις στο για καιρό στατικό ελλαδικό πολιτικό γίγνεσθαι.

 

 

 

 Φυσικά, για να λειτουργήσει θετικά για την εργατική τάξη η εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία που εκδιπλώνεται, ζωτική προϋπόθεση είναι η δική της μαζική είσοδος στο πολιτικό προσκήνιο, που αυτή τη στιγμή εξακολουθεί να κυριαρχείται, τόσο σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του όσο και σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση της χρονικότητάς του με όρους «εκτάκτου ανάγκης», από τις αστικές τάξεις της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ρωσίας, της Γερμανίας και των βασικών «εταίρων» της ΕΕ. Το καθήκον της οργάνωσης των λαϊκών μαζών στην Κύπρο –εξαιρετικά δύσκολο σε μια χώρα όπου οι λαϊκές μάζες εκπροσωπήθηκαν πολιτικά από το κόμμα που πρωταγωνίστησε στον αφοπλισμό του εργατικού κινήματος τα τελευταία χρόνια– είναι σήμερα επιτακτικότερο από ποτέ. Με δεδομένο πως οποιαδήποτε εξέλιξη προκύψει από τις πυρετώδεις διαπραγματεύσεις των εμπλεκομένων αστικών δυνάμεων θα είναι αναπόφευκτα επιθετική προς τα συμφέροντα του κυπριακού εργαζόμενου λαού, η απεμπλοκή, και στην Κύπρο, από το σοσιαλδημοκρατικό αδιέξοδο και η εργασία για τη θεωρητική και οργανωτική επανάκαμψη του κομμουνιστικού κινήματος ως αυτόνομης πολιτικής και συνδικαλιστικής δύναμης μετατρέπεται σε υπόθεση ύψιστης σημασίας. Είναι τέτοια όχι μόνο για την οικονομική υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, αλλά και για την αποφυγή των «έκτακτων λύσεων» που απεργάζεται όλο και πιο απροκάλυπτα η αστική τάξη – περιλαμβανομένων βέβαια των πάντα ενεργών ενδεχομένων πολέμου ή πραξικοπήματος.

 

 

 

 

 

 Το τρίτο τεύχος της Μαρξιστικής επιθεώρησης Praxis αποτελείται από τρείς θεματικές ενότητες. Στην πρώτη, με τίτλο «Ζητήματα δικαίου: Κράτος, βία και εργατικό κίνημα» περιλαμβάνονται κείμενα γύρω από τα ζητήματα των κοινωνικών αγώνων και του ρόλου του αστικού κράτους. Στο αφιέρωμα « Η μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού και η σημασία της στο σήμερα» ανοίγει η, εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, την θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και την απάντηση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Τα κείμενα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι η βάση των εισηγήσεων στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο κοινωνικός/πολιτικός χώρος κόκκινη κολεκτίβα με θέμα «η Μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού και η σημασία της στο σήμερα» στις 8 φλεβάρη. Η τρίτη ενότητα αποτελείται από παρεμβάσεις στην πολιτική επικαιρότητα, με κείμενα για τον ρόλο της Σοσιαλδημοκρατίας και γενικότερα του «Σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» αλλά και την κριτική της «ιδεολογίας της αγοράς». Τέλος, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους τους συντρόφους και συναγωνιστές που ήδη από το πρώτο τεύχος στήριξαν την προσπάθεια του Praxis να υπάρξει έμπρακτη συμβολή στην Μαρξιστική κριτική, ανεξάρτητη από τα κάθε λογής αστικά κέντρα και μηχανισμούς.

 

 

H  συντακτική επιτροπή:

 

 Αυγήτα Έφη

 Ασβεστάς Κώστας

 Γιαννοπούλου Αγγελίνα

 Ζαχαρή Δέσποινα

 Ζέρβας Βαγγέλης

 Κάτσικας Χρήστος

 Κρεμαστάς Χρήστος

 Λεοντίου Στάθης

 Λίλας Κώστας

 Μαργαριτη Κατερίνα

 Μιάμης Χρήστος

 Μόττας Νικόλαος

 Μπαλασόπουλος Αντώνης

 Πράνταλος Γιάννης

 

 

 

Σημειώσεις 

 

 [i] Αν και το ΑΚΕΛ δεν μπορεί να περιγραφεί σαν μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα σε καμία περίοδο της ιστορίας του, ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί πως υπήρξε αρχικά αρνητικό απέναντι στην προοπτική ένταξης της χώρας στην ΕΕ, αρκετά πιο «ευρωσκεπτικιστικό» από τα περισσότερα κόμματα της ευρωπαϊκής «ανανεωτικής αριστεράς», περισσότερο δεκτικό σε μη ευρωπαϊκές πολιτικές συμμαχίες και θεσμικά αλληλέγγυο προς τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα (περιλαμβανομένου του ελληνικού) και τις αντίστοιχες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Στην ουσία, η πορεία του, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό της προεδρίας Χριστόφια, ανήκει στο παράδειγμα της φθοράς και του εκφυλισμού των αντι-ιμπεριαλιστικών αντανακλαστικών μιας σειράς αριστερών ευρωπαϊκών κομμάτων κάτω από την επίδραση της σταδιακής «συμμόρφωσης» με τις ιδεολογικοπολιτικές επιταγές της ένταξης στο ιμπεριαλιστικό μόρφωμα της ΕΕ.

 

 

 

[ii] Βλ. http://tvxs.gr/news/ελλάδα/συριζα-έτσι-γίνεται-η-πραγματική-διαπραγμάτευση

 

 

[iii] «Αύριο τελικά η συνάντηση Τσίπρα-Καμμένου», Ναυτεμπορική, 21 Μαρτίου 2013, http://www.naftemporiki.gr/story/629684

 

 

[iv] Βλ. «Το ευρώ κινδυνεύει, αποστολή κομάντος διάσωσης Δραγασάκη-Δούρου», 20 Μαρτίου 2013, http://mao.gr/evr/, και «ΓΓ ΑΚΕΛ: Δημοψήφισμα για εντός ή εκτός τρόικας», 21 Μαρτίου 2013, http://www.24h.com.cy/oikonomia/22606-γγ-ακελ-δημοψήφισμα-για-εντός-ή-εκτός-τρόικας.html

 

 

[v] «Μανώλης Γλέζος: ‘Συγχαίρω τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο’», Ημερησία, 20 Μαρτίου 2013, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26509&subid=2&pubid=113012404. Βλ. ακόμα «Οι ιερές μπίζνες της εκκλησίας στην Κύπρο», Το Βήμα, 21 Ιουνίου 2009, http://www.tovima.gr/society/article/?aid=274600. Για την σφοδρά αντεργατική πολιτική της Εκκλησίας της Κύπρου ως κεφαλαιοκρατικού εργοδότη, βλ. τις δηλώσεις του Χρυσόστομου για την απεργία της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας κυπριακής ζυθοποιίας ΚΕΟ, «Αρχιεπίσκοπος: Προσγειωθείτε εκεί στην ΚΕΟ», 7 Ιουνίου 2011, http://www.inews.gr/147/archiepiskoposprosgeiotheiteekeistinkeo.htm

 

 

[vi] Βλ. JacquesSapir, «ΕΕ: Κήρυξη πολέμου στην Κύπρο», http://russeurope.hypotheses.org/1065, μτφρ. http://waltendegewalt.wordpress.com/2013/03/21/εε-κήρυξη-πολέμου-στην-κύπρο/

 

 

Περιεχόμενα 3ου Τεύχους:

 

 

 Editorial

 

 

a) Ζητήματα δικαίου: Κράτος, βία και εργατικό κίνημα

 

Στον αγώνα … νομιμοποιημένοι – Κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους και νομιμότητα των κοινωνικών αντιδράσεων – Δέσποινα Ζαχαρή 

Ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί – Χρήστος Κρεμαστάς 

 

Για μια κριτική της βίας – Βάλτερ Μπένγιαμιν (μτφρ. Δ. Κοσσυβάκης) 

 

Κρίση, δίκαιο, μεσσιανισμός: σχετικά με το «Για μια κριτική της βίας» του Βάλτερ Μπένγιαμιν – Αντώνης Μπαλασόπουλος 

 

 

β) Αφιέρωμα: Η μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού και η σημασία της στο σήμερα 

 

 

Κάτω από ξένες σημαίες: συμβολή σε μια μαρξιστική κριτική του ιμπεριαλισμού – Βαγγέλης Ζέρβας 

 

 Ελλάδα, ιμπεριαλισμός και εξάρτηση – Το καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας και η στρατηγική κατεύθυνση της αντιιμπεριαλιστικής πάλης – Χρήστος Κάτσικας

 

Ελλάδα: ιμπεριαλιστική η εξαρτημένη; Βασίλης Λιόσης 

 

Η θεωρία του ιμπεριαλισμού ως πολιτικό εργαλείο ανάλυσης και επαναστατικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας – Χρήστος Μιάμης

 

 

γ) Παρεμβάσεις στην πολιτική επικαιρότητα

Ο σοσιαλδημοκρατικός ΣΥΡΙΖΑ βασική πολιτική εφεδρεία – Χρήστος Κάτσικας 

 

«Σοσιαλισμός του 21ου αιώνα»: επαναστατική θεωρία ή σοσιαλδημοκρατικός οπορτουνισμός; – Νικόλαος Μόττας 

 

Απομυθοποίηση της ιδεολογίας της αγοράς –  Γιώργος Σταμάτης

 

[Η Μαρξιστική επιθεώρηση Praxis στηρίζεται αποκλειστικά στην συνδρομή των μελών και αναγνωστών της. Δεν έχει ούτε πρόκειται να αποκτήσει χορηγούς, δεν συνεργάζεται με κανενός είδους «Ευρωπαϊκά» ιδρύματα, ΜΚΟ, ή οποιονδήποτε άλλο παρόμοιο φορέα. Θεωρούμε την οικονομική ανεξαρτησία προϋπόθεση για την πολιτική ανεξαρτησία της έκδοσης και των στόχων που αυτή έχει θέσει. Αυτή η επιλογή καθιστά αναγκαία τη συμβολή των συναγωνιστών που αναγνωρίζουν την σημασία της παρέμβασης των Kομμουνιστικών ιδεών και της ανεξάρτητης Μαρξιστικής κριτικής. Για το σκοπό αυτό έχουμε ανακοινώσει απο το πρώτο τεύχος την δημιουργία δικτύου συνδρομητών, με ετήσια συνδρομή (δηλαδή για τρία τεύχη), στο οποίο μπορεί να συμμετέχει όποιος θέλει στέλνωντας ένα mail στο site του περιοδικού reviewpraxis@gmail.com, ώστε να μπορεί να γίνει η επικοινωνία για την αποστολή.] 

 

 

Το νέο τεύχος θα κυκλοφορήσει στις 5 Απρίλη. Πέρα απο τον χώρο «Κόκκινη Κολεκτίβα» (Λ.Αλεξάνδρας 9) θα βρίσκεται στα παρακάτω σημεία διανομής. Για αποστολή σε άλλες πόλεις επικοινωνήστε με την συντακτική επιτροπή μέσω του mail του περιοδικού.

 

 

 Τα Βιβλιοπωλεία:

 

 

 Αθήνα:

 

 Έκδοσεις των Συναδέλφων

 Πολιτεία

 Πρωτοπορία

 Θεμέλιο

 Πατάκης

 Εκτός των τειχών

 Εναλλακτικές εκδόσεις

 

 

 Λευκωσία:

 

Moufflon

 

 

 Λεμεσός:

 

Βιβλιοπωλείο Κ.Π. Κυριάκου

 

 

 Θεσσαλονίκη:

 

Κεντρί

 

 

 Γιάννενα:

 Αναγνώστης

 

 

 Πρέβεζα:

 Ατραπός

 

 

 Αρτα:

 Πολυθρόνα του Νίτσε

 

 

 Τρίπολη:

 Ώρα

 

 

 Ρέθυμνο:

 Κλαψινάκης

 

 

 Κοινωνικοί Χώροι:

 

 

 Αθήνα:

 

Αυτόνομο Στέκι

 Παγκάκι

 Συν άλλοις

 

 

 Θεσσαλονίκη:

 

Belleville Sin Patron

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η αντιπαράθεση μαρξισμού – λενινισμού και αναρχισμού σε θέματα ιδεολογίας και πολιτικής

wassily-kandinsky

 

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ-ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΥ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

 Τεύχος: 2004 Τεύχος 4

 του Κύριλλου Παπασταύρου

 

Ο αναρχισμός σαν ιδεολογικό ρεύμα αναπτύχθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Το αυθόρμητο που κυριαρχεί στο νεαρό εργατικό κίνημα, η έλλειψη πολιτικής πείρας συναντιέται με τις ουτοπικές θεωρίες των Μαξ Στίρνερ, Προυντόν κλπ. Ο Μαρξ έλεγε «ότι πίσω από κάθε φράση των αναρχικών χαμογελά ο μικροϊδιοκτήτης, που διαμαρτύρεται, γιατί ο καπιταλισμός αλώνει την ιδιοκτησία του». Στην εμφάνισή του ο αναρχισμός εκφράζει τη διαμαρτυρία στρωμάτων που αποτελούν ουσιαστικά κατάλοιπα της φεουδαρχίας στον καπιταλισμό και όχι το καινούργιο που φέρνει η εργατική τάξη. Γι’ αυτό το λόγο και ο αναρχισμός είχε κυρίως επιρροή σε αγρότες, μεσαία στρώματα της πόλης και καθυστερημένα τμήματα της εργατικής τάξης. Ο αναρχισμός είχε επιρροή σε χώρες και περιοχές όπως η Ιταλία, Ισπανία, Βαλκάνια, Λατινική Αμερική, όπου αυτά τα στρώματα αποτελούσαν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού.

 

Από την απομάκρυνση του Μπακούνιν και των οπαδών του από την Α΄ Διεθνή μέχρι σήμερα ο αναρχισμός και οι αναρχικοί έχουν καταγράψει μια πορεία αντιπαράθεσης με το μαρξισμό-λενινισμό και το εργατικό κίνημα. Σήμερα, σε συνθήκες που διαμορφώνονται όροι για ριζοσπαστικοποίηση τμημάτων του λαού και της νεολαίας σαν αποτέλεσμα της όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, η προσπάθεια κύκλων και μηχανισμών της άρχουσας τάξης για ενίσχυση και ανασυγκρότηση ενός «αναρχικού αυτόνομου αντιεξουσιαστικού» ρεύματος είναι εμφανής. Στόχος διπλός. Από τη μια η προσπάθεια να διαμορφώσουν ένα ακόμα ανώδυνο «κανάλι» διοχέτευσης της δυσαρέσκειας και της διαμαρτυρίας, από την άλλη να ενισχύσουν μηχανισμούς που θα οδηγούν το κίνημα να δίνει την αντιπαράθεση με τους όρους και στο έδαφος που θέλει το σύστημα.

 

Η ενίσχυση βέβαια αυτού του ρεύματος δεν είναι δυνατό να προκύψει μόνο ως επιλογή κέντρων και μηχανισμών χωρίς να υπάρχει και συγκεκριμένη κοινωνική βάση ευάλωτη σε αυτή την κατεύθυνση. Στο βαθμό που δεν υπερισχύσει στο κίνημα η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης, μπορεί μέρος της αγανάκτησης και αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, ιδιαίτερα από τη νεολαία, να στραφεί και σε τέτοιου είδους κατευθύνσεις. Αλλωστε υπάρχουν και μια σειρά ακόμα στοιχεία που την ευνοούν: Το ιδεολογικό περιβάλλον των τελευταίων χρόνων που χαρακτηρίζεται από τον έντονο αντικομμουνισμό και την αντισοσιαλιστική προπαγάνδα, η προώθηση ατομικών προτύπων, η γενική ενίσχυση του ατομισμού, η ενίσχυση «πλουραλιστικών προτύπων», η αποθέωση της θεωρίας της «ελευθερίας επιλογής», η ένταση της καταστολής, της κρατικής τρομοκρατίας κλπ.

 

Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι ελευθεριακές, αναρχικές και αναρχοσυνδικαλιστικές αντιλήψεις δε συναντάμε μόνο σε αναρχικές ομάδες αλλά και σε άλλες δυνάμεις όπως το ΝΑΡ και ο χώρος των ΕΑΑΚ στην εκπαίδευση, ενώ ακόμα και η Νεολαία του ΣΥΝ με τις θέσεις της «χαϊδεύει αυτιά» των αναρχοαυτόνομων ομάδων. Κρίναμε σκόπιμο για μια πιο ολοκληρωμένη ενημέρωση των αναγνωστών να τελειώσουμε το άρθρο με ένα κεφάλαιο σύντομης περιγραφής του αναρχικού ρεύματος στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Μια πλήρης αναφορά στην εξέλιξη του ρεύματος αυτού από την μεταπολίτευση έως σήμερα ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου.

 

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσουμε να κωδικοποιήσουμε τα βασικά ζητήματα αντιπαράθεσής μας με τις αναρχοαυτόνομες αντιλήψεις, αποδεικνύοντας παράλληλα ότι αυτές δεν είναι καινούργιες, αλλά αναμάσημα αντιλήψεων που επέδρασαν στο εργατικό κίνημα στις αρχές της συγκρότησής του. Επίσης να αποκαλύψουμε την αντιδραστικότητά τους, κρίνοντας τόσο τη θεωρητική άποψη όσο και την πράξη των αναρχικών.

 

Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι ο αναρχισμός δε βασίζεται σε ένα συγκροτημένο σύστημα φιλοσοφίας και ιδεών, αλλά κυρίως σε ένα συνονθύλευμα αντιλήψεων διάφορων φιλοσόφων.

 

 

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

 Η πλειοψηφία της νεολαίας στον καπιταλισμό και ιδιαίτερα στο ιμπεριαλιστικό στάδιό του ζει σε μια αντίφαση. Από τη μια διαμορφώνεται η αντίληψη, τόσο αντικειμενικά όσο και μέσα από συστηματική προπαγάνδα, ότι ζει σε μια «ελεύθερη κοινωνία», ότι έχει «ελευθερία επιλογής» σε όλους τους τομείς της ζωής της. Από την άλλη, μέσα στην ίδια τη ζωή αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Μπροστά της ορθώνονται οι ταξικοί φραγμοί στη μόρφωση, τον πολιτισμό, την έκφραση, τη δημιουργία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το εργασιακό μέλλον, η αφαίρεση δικαιωμάτων και κατακτήσεων, ο αυταρχισμός.

 

Ο καπιταλισμός και η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία παρουσιάζονται σαν ελεύθερη κοινωνία. Το αστικό σύνταγμα λέει ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι. Η αλήθεια είναι ότι ο εργάτης στον καπιταλισμό είναι ελεύθερος σε σχέση με το δούλο και το δουλοπάροικο που αναγκάζονταν με φυσικό ή νομικό καταναγκασμό να δουλεύουν για το δουλοκτήτη και το φεουδάρχη αντίστοιχα, αποτελούσαν μέρος της ιδιοκτησίας τους. Η εκμετάλλευση και καταπίεση στον καπιταλισμό είναι συγκαλυμμένη. Η ελευθερία που προσφέρει ο καπιταλισμός έχει σαν όριό της τον οικονομικό καταναγκασμό που λέει με απλά λόγια ότι όποιος δεν πουλήσει την ικανότητα του για δουλιά (την εργατική του δύναμη) στον καπιταλιστή δε θα μπορέσει να ζήσει. Ο εργάτης, το παιδί του εργάτη που θα γίνει εργάτης, ο φτωχός αγρότης, ο μικρομεσαίος υφίσταται την καταπίεση της οικονομικής λειτουργίας του καπιταλισμού που στηρίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Αυτή η οικονομική λειτουργία βέβαια προστατεύεται νομικά και πολιτικά, όλος ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί με στόχο την προστασία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και των κερδών. Οι περίφημες «κρατικές παρεμβάσεις» δεν κάνουν τίποτα άλλο από αυτό, οι νόμοι, οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, οι αντιλαϊκές πολιτικές. Στον καπιταλισμό σαν πρώτο δικαίωμα αναγνωρίζεται αυτό της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η ελευθερία του καπιταλιστή. Αυτό είναι ελευθερία για την ελάχιστη μειοψηφία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Οι οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού λειτουργούν αντικειμενικά με τέτοιο τρόπο ώστε ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και πιο λίγα χέρια και οι κρατικές παρεμβάσεις κινούνται στα πλαίσια αυτών των νόμων, φροντίζουν να εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία τους. Οταν αμφισβητείται πολιτικά η ελευθερία του καπιταλιστή, δηλαδή όταν αμφισβητείται η ελευθερία του κέρδους, η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εξουσία του, έχουμε ειδικά σκληρά μέτρα σε πολιτικό επίπεδο, πολιτική αντίδραση, καταστολή, αυταρχισμό, διώξεις, δίκες μέχρι και κατάργηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, φασισμό και δικτατορίες.

 

Ο μαρξισμός-λενινισμός θεωρεί ότι ελευθερία σημαίνει η δυνατότητα του ανθρώπου να κατανοήσει τις αντικειμενικές συνθήκες της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας και να δράσει με βάση αυτή τη γνώση και κατανόηση για να την αλλάξει προς το συμφέρον του. Για παράδειγμα ο άνθρωπος στην πρωτόγονη κοινωνία δεν μπορούσε να είναι ελεύθερος από τα φυσικά φαινόμενα εφόσον δεν είχε τη δυνατότητα να παρέμβει και σε ένα βαθμό να επιβληθεί στο φυσικό περιβάλλον. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν μπορεί να ξεπεράσει φυσικά όρια (π.χ. κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει το νόμο της βαρύτητας και να πετάξει επειδή μόνο το θέλει). Δεν μπορεί όμως να υπάρξει ούτε έξω από τις κοινωνικές συνθήκες. Κανένας δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητος από την κοινωνία στην οποία ζει. Τα δεδομένα κατανόησης της αναγκαιότητας και των αντικειμενικών συνθηκών τα δίνει η κοινωνία. Και αυτό βέβαια σχετίζεται και με το επίπεδο της πολιτιστικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Π.χ. δε θα μπορούσε στη φεουδαρχία να διαπιστωθεί επιστημονικά η αναγκαιότητα μιας κοινωνίας χωρίς ταξική εκμετάλλευση, όπως μπορεί να γίνει κατανοητή στον καπιταλισμό, όχι γιατί οι καταπιεσμένοι δε θα το ήθελαν αλλά γιατί δε θα μπορούσαν αντικειμενικά να το προσεγγίσουν με τα μέσα που διέθεταν (πείρα, ανάπτυξη της παραγωγής, επιστήμη) και ακόμα περισσότερο να χαράξουν δραστηριότητα για να το πετύχουν.

 

Η ελευθερία λοιπόν για το μαρξισμό-λενινισμό είναι σχετική. Η έννοια ελευθερία έχει ταξικό περιεχόμενο. Δηλαδή ελευθερία για την πλειοψηφία της ανθρωπότητας, για την εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα σημαίνει κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σημαίνει κοινωνική ιδιοκτησία και διαφέρει ριζικά από τον τρόπο με τον οποίο ορίζουν την ελευθερία οι αστοί και μικροαστοί διανοητές.

 

Η αταξική κομμουνιστική κοινωνία χαρακτηρίζεται από τους κλασσικούς σαν βασίλειο της ελευθερίας γιατί τότε η ανθρωπότητα απαλλαγμένη από τις αντιθέσεις του καπιταλισμού, από τους κοινωνικούς περιορισμούς θα μπορεί να θέσει ολοκληρωμένα στην υπηρεσία της τις νομοτέλειες κίνησης της κοινωνίας και της φύσης. Τότε «…η ελεύθερη ανάπτυξη του κάθε ατόμου, αποτελεί την προϋπόθεση της ελεύθερης εξέλιξης της κοινωνίας» (Κ. Μαρξ).

 

Οι αναρχικοί είναι οπαδοί της «απόλυτης ελευθερίας». Η ρίζα αυτής της αντίληψης είναι μικροαστική. Δηλαδή εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό μικροαστικά στρώματα που βλέπουν την ύπαρξή τους να αμφισβητείται από την καπιταλιστική ανάπτυξη, την ιδιοκτησία τους να χάνεται, να καταστρέφεται από το μονοπώλιο. Διεκδικούν το «δικαίωμά τους» στη μικρή ιδιοκτησία. Αυτή είναι η βάση του αναρχισμού, ανεξάρτητα αν αναρχικές ομάδες αναφέρονται στην εργατική τάξη και την εκμετάλλευση. Κάθε ιδεολογικό ρεύμα στη κοινωνία αντανακλά ταξική θέση, αντανακλά ταξικά συμφέροντα. Ο «κλασσικός» αναρχισμός άλλωστε δηλώνει σαν στόχο του την οικοδόμηση μιας κοινωνίας που θα στηρίζεται στην ομοσπονδία αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων μικρών παραγωγών-ιδιοκτητών.

 

Η αναρχική άποψη περί ελευθερίας φιλοσοφικά στηρίζεται στην αντίληψη ότι το άτομο είναι ελεύθερο «φυσικά» και ανεξάρτητο από την κοινωνία. Αρα η ένταξή του στη κοινωνία συνοδεύεται από καταπίεση. Αυτή η θέση μοιάζει με τη φιλελεύθερη αντίληψη περί ελευθερίας και ουσιαστικά παραγνωρίζει ότι το άτομο είναι προϊόν της κοινωνίας. Βέβαια εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι υπάρχουν διαφορές. Οι βασικοί εκφραστές του αναρχικού ατομισμού ήταν ο Στίρνερ[1] και ο Προυντόν[2]. Στη πορεία Μπακούνιν[3] και Κροπότκιν[4] υιοθέτησαν «άναρχο-κομμουνιστικά δόγματα» τα οποία δε στηρίζονταν στην ατομική ιδιοκτησία αλλά στην κοινοτική, εκφράζοντας ιδεολογικά τους άκληρους αγρότες της Ρωσίας. Τα πειράματα του Μπακούνιν και του Κροπότκιν για «ελεύθερες αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες» στα πλαίσια του καπιταλισμού οδηγήθηκαν, όπως και τα ανάλογα των ουτοπικών σοσιαλιστών στις αρχές του 19ου αιώνα, σε τραγική αποτυχία.

 

Χαρακτηριστικό για την αντίληψη του αναρχισμού για την ελευθερία είναι το παρακάτω απόσπασμα: «Οσο υπάρχει έστω και ένας φυλακισμένος άνθρωπος κανείς μας δε θα είναι ελεύθερος» – «όσο υπάρχουν φυλακές είμαστε όλοι φυλακισμένοι» – «η ρήξη με το οικογενειακό καθεστώς, το σαμποτάρισμα της σχολικής πλήξης, η άρνηση του χακί εκβιασμού του στρατού, οι κοπάνες, οι λούφες, οι συγκρούσεις με τα αφεντικά, η απαξίωση της λαμπρής καριέρας- όλες αυτές οι καθημερινές απειθαρχίες συνιστούν μια αντισυμβατική προσωπική στάση…».

 

 

ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ

 

Ο μαρξισμός – λενινισμός θεωρεί ότι η καπιταλιστική εκμετάλλευση είναι η βάση του σημερινού καπιταλιστικού συστήματος. Δε θα μπορούσε να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς να στηρίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Και όταν λέμε εκμετάλλευση την εννοούμε με την οικονομική και όχι την ηθική έννοια. Με τον όρο καπιταλιστική εκμετάλλευση εννοούμε ότι οι καπιταλιστές, οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής καρπώνονται την υπεραξία που είναι αποτέλεσμα της απλήρωτης εργασίας.

 

Το κράτος για τους μαρξιστές-λενινιστές είναι όργανο εξουσίας της εκάστοτε άρχουσας τάξης, που το χρησιμοποιεί για να επιβάλει τα ταξικά της συμφέροντα. Στον καπιταλισμό το κράτος επιβάλλει και περιφρουρεί τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Το κράτος λοιπόν αποτελεί μέρος του εποικοδομήματος της κοινωνίας (μαζί με τους άλλους αστικούς θεσμούς και την κυρίαρχη ιδεολογία), το οποίο στηρίζεται και εκφράζει την οικονομική βάση της κοινωνίας, δηλαδή τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

 

Το κράτος διαμορφώνεται ιστορικά σαν μια αναγκαιότητα που προκύπτει από τον ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας και την εμφάνιση της εκμετάλλευσης.

 

Οι αναρχικοί αντίθετα θεωρούν ότι αιτία ύπαρξης της εκμετάλλευσης και κατά συνέπεια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι η εξουσία. Γι’ αυτό και θέτουν σαν πρώτο το ζήτημα της κατάργησης του κράτους. Η αντίληψή τους περί κράτους στηρίζεται ακριβώς στη θέση τους για απόλυτη ελευθερία. Η ύπαρξη εξουσίας και κράτους -σύμφωνα με τους αναρχικούς- περιορίζει την αυτονομία και διαχωρίζει ταξικά την κοινωνία. Κάθε άτομο και κάθε κοινότητα θα πρέπει να είναι απόλυτα αυτόνομα. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει κεντρική διοίκηση και οργάνωση της κοινωνίας. Το μοντέλο αυτό όταν προσπάθησαν να το εφαρμόσουν στην Ισπανία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου συνέβαλαν στην αποδιοργάνωση της Ισπανικής δημοκρατίας και στην ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων από τους φασίστες.

 

Οι αναρχικοί δίνουν στην εξουσία και στο κράτος μεταφυσικό χαρακτήρα. Αν η εξουσία και το κράτος σε κάθε κοινωνία δεν εκφράζουν πολιτικά αυτήν την τάξη που κυριαρχεί σε οικονομικό πρώτα από όλα επίπεδο, αν δεν εκφράζουν την οικονομική κυριαρχία μιας τάξης, τότε τι εκφράζουν; Μήπως εκφράζουν μια θολή μεταφυσική κυριαρχία που πηγάζει από πού; Πώς εξηγούν ότι η ιστορική εμφάνιση του κράτους ακολουθεί τον ταξικό διαχωρισμό της ανθρώπινης κοινωνίας;

 

Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε περί κράτους γενικά. Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ γενικά κράτος και γενικά εξουσία. Κάθε κράτος και εξουσία στην ανθρώπινη ιστορία είχε και έχει σαφές ταξικό περιεχόμενο, είναι μηχανισμός καταπίεσης μιας τάξης από μια άλλη. Η αταξική αντίληψη των αναρχικών για το κακό Κράτος τους οδηγεί στην άρνηση και της αναγκαιότητας της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι η αταξική, η αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία θα είναι και α-κρατική, για τον απλούστατο λόγο, θα έχει εξαλειφθεί ο λόγος ύπαρξης του κράτους που δεν είναι άλλος από την ύπαρξη των τάξεων.

 

Η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη είναι όμως απαραίτητος όρος για τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Αυτό ήταν συμπέρασμα του Μαρξ πριν από την Παρισινή Κομμούνα και επιβεβαιώθηκε από αυτήν. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η εξουσία της εργατικής τάξης που σε συμμαχία με τα υπόλοιπα φτωχά λαϊκά στρώματα έχει σαν βασικό καθήκον τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Τα βασικά μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται. Η οικονομία μπαίνει σε κεντρικό πανεθνικό σχεδιασμό. Η ταξική πάλη συνεχίζεται και μετά την επανάσταση και μετά την κατάληψη της εξουσίας. Αυτή η ταξική πάλη παίρνει διάφορες μορφές. Η προσπάθεια ιμπεριαλιστικής επέμβασης δε σταματάει, η αναγκαστική ύπαρξη σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μικρής εμπορευματικής παραγωγής διατηρεί προϋποθέσεις καπιταλιστικής παλινόρθωσης, η ιδεολογική διαπάλη οξύνεται. Μέχρι να εξαλειφθούν τα παραπάνω και άλλες αντιθέσεις όπως η αντίθεση πνευματικής – χειρωνακτικής εργασίας κλπ., είναι αντικειμενική και η ύπαρξη του κράτους. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι με μια έννοια «μισό-κράτος» γιατί στηρίζεται στη μαζική συμμετοχή και ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων, γιατί είναι όργανο καταπίεσης της μειοψηφίας από τη πλειοψηφία, γιατί από τη στιγμή της συγκρότησής του έχει το σπόρο της σταδιακής απονέκρωσής του, λειτουργεί με στόχο να διαμορφώσει τις συνθήκες, τις προϋποθέσεις απονέκρωσής του. Το κράτος είναι αντικειμενικά αναγκαίο στο βαθμό που η ανάπτυξη της κοινωνίας δεν έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε να ισχύει το «από καθέναν ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», δηλαδή κομμουνιστική κατανομή και άρα να έχουν διαμορφωθεί οι αντικειμενικοί όροι για την εξάλειψή του. Με αυτήν την έννοια η δικτατορία του προλεταριάτου διαφέρει ποιοτικά από το κράτος και την εξουσία των εκμεταλλευτικών συστημάτων που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα.

 

Οι σύγχρονοι αναρχικοί αξιοποιούν την επικράτηση της αντεπανάστασης στην Ανατολική Ευρώπη για να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους ότι η εξουσία ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις αναπαράγει την εκμετάλλευση, να επιβεβαιώσουν τη θεωρία που διατύπωνε ο Τζ. Οργουελ[5] στη «Φάρμα των Ζώων». Σε όλη την πορεία τους έπαιρναν «ίσες αποστάσεις» ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και σήμερα φτάνουν να χειροκροτούν την ανατροπή του σοσιαλισμού.

 

Σε αυτήν την άποψη θα βρούμε τη ρίζα του συνθήματος: «Ούτε κομμουνισμός ούτε δημοκρατία, κάτω ο κρατισμός, ζήτω η αναρχία». Και επίσης την εξήγηση της παρακάτω ανάλυσης: «Σήμερα οι δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανατροπή δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο τις νέες συνθήκες κυριαρχίας, το νεοφιλελευθερισμό και τη Νέα Τάξη, αλλά και τα εντός του κινήματος αριστερά, συνδικαλιστικά και μεταρρυθμιστικά υπολείμματα του «Παλαιού Κόσμου» και της «Παλαιάς Τάξης Πραγμάτων» που μάχονται με νύχια και με δόντια για τον εξωραϊσμό του υπάρχοντος κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος, για τη διάσωση του έθνους-κράτους και του εθνικού καπιταλισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός και ο αντίπαλός του, ο προστατευτισμός του κράτους είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όπως ήταν το ίδιο και το δίπολο της καπιταλιστικής Δύσης και της γραφειοκρατικής Ανατολής, πράγμα που ταλάνισε το παλιό επαναστατικό κίνημα και ως ένα βαθμό το κατάντησε όργανο της σοβιετικής αυτοκρατορίας την εποχή της διπολικής τάξης πραγμάτων. Η κατάρρευση των καθεστώτων του αν-υπαρκτού σοσιαλισμού και της παραδοσιακής αριστεράς άνοιξε το δρόμο για νέες ευκαιρίες στο αντικαπιταλιστικό κίνημα. Για μας όχι μόνο δεν έχει φτάσει το τέλος της ιστορίας αλλά μόλις τώρα αρχίζει…»[6].

 

Η αλήθεια όμως βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Μια σειρά παρεκκλίσεις από τον επιστημονικό κομμουνισμό οδήγησαν στις ανατροπές και όχι η εφαρμογή των κατευθύνσεών του. Τις αιτίες των ανατροπών δεν μπορούμε να τις αναζητήσουμε στην αναπαραγωγή εκμετάλλευσης η οποία δεν υπήρχε, αλλά στην ιδεολογική υποχώρηση στον ιμπεριαλισμό σε συνδυασμό με αδυναμίες στην αντιμετώπιση σύνθετων καθηκόντων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

 

 

ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

 

Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας στις ταξικές κοινωνίες. Η ιστορία όλης της ανθρωπότητας είναι ιστορία αντιπαράθεσης κοινωνικών τάξεων. Οι κομμουνιστές μελετώντας την ιστορική εξέλιξη των οικονομικών σχέσεων, την ιστορική διαμόρφωση των τάξεων έχουν τη δυνατότητα να βγάλουν γενικότερα συμπεράσματα για την κοινωνική εξέλιξη, να διατυπώσουν νόμους που διέπουν αυτήν την εξέλιξη.

 

Οι νόμοι αυτοί είναι χρήσιμοι όχι μόνο για την ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης αλλά για την καθοδήγηση της ταξικής πάλης και της κοινωνικής επανάστασης. Η διαμόρφωση και επεξεργασία του επιστημονικού κομμουνισμού από τους Μαρξ-Ενγκελς αρχικά και στη συνέχεια από το Λένιν αποτέλεσε καθοριστικό βήμα στην κοινωνική εξέλιξη. Η εργατική τάξη (το προλεταριάτο) που είναι πρωτοπορία της κοινωνίας με τη καθοδήγηση του κόμματός της μπορεί συνειδητά να αξιοποιήσει αυτές τις νομοτέλειες για την αλλαγή της κοινωνίας, για την κοινωνική επανάσταση. Ο αναρχισμός είναι μια καθαρά αντιεπιστημονική θεωρία. Ο ίδιος ο Μπακούνιν έλεγε ότι «ο δικός μου σοσιαλισμός δεν είναι επιστημονικός όπως του Μαρξ είναι ενστικτώδης»[7].

 

Οι αναρχικοί δε δέχονται σαν πρωτοπορία την εργατική τάξη. Γι’ αυτούς δεν είναι η αντικειμενική θέση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό που ορίζει την πρωτοπορία, αλλά η θέληση για εξέγερση. Ο Μπακούνιν θεωρούσε ότι τέτοιο ρόλο μπορούσε να παίξει η νεολαία και ιδιαίτερα οι φοιτητές και το λούμπεν προλεταριάτο.

 

Οι αναρχικοί αρνούνται τις νομοτέλειες στην ανθρώπινη ιστορία και βέβαια στην ταξική πάλη. Θεοποιούν το ρόλο της βούλησης, του αυθόρμητου και του τυχαίου στην εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς να αναγνωρίζουν την ιστορική διαμόρφωση της συνείδησης σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές συνθήκες, με τη θέση στην παραγωγή. Γι’ αυτούς η επανάσταση είναι μια εξέγερση που θα έρθει κάτω από την αυθόρμητη δράση των μαζών, μέσα από μια διαδικασία συνεχών «ρήξεων» και «αντιπαράθεσης» με το κράτος. Δεν έχει αξία η διαδικασία προετοιμασίας των μαζών για την επανάσταση, η χειραφέτησή τους από την αστική πολιτική. Σήμερα αυτή η άποψη σε ορισμένους αναρχικούς φτάνει να συγγενεύει με τις θεωρίες για το τέλος των ιδεολογιών: «Κανέναν δε συγκινεί πια καμιά μεγάλη υπόσχεση, καμιά σημαία, κανένα λάβαρο ούτε κόμμα, ούτε οργάνωση, ούτε συνδικάτο, ούτε σωματείο που αναζητά ακόμη τη δικαίωση στο παρελθόν του και με τρικλοποδιές και πονηριά την επιβεβαίωση στο παρόν και στο μέλλον. Οποιος θέλει να μπει στο παιχνίδι του αγώνα θα πρέπει να αποβάλει κριτικά και ίσως επώδυνα όλα τα σημάδια του παρελθόντος που κρέμονται σαν αντίκες πάνω από το κεφάλι του. Η συγκρότηση του μετώπου αντίστασης και ρήξης με το καθεστώς δε μπορεί να μεταφραστεί σε παντοπωλείο ή σούπερ μάρκετ παλαιών ιδεών, σχημάτων και οργανώσεων… η εικόνα του αγωνιστικού παρελθόντος δεν παρέχει πια κανένα εχέγγυο, για να μην πούμε μόνο δυσπιστία. Οι διατεταγμένες πορείες των μπλοκ με στρατιωτικούς βηματισμούς, οι καταγγελίες και οι θυροκολλήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οξύνσεις των πολιτικών αντιπαραθέσεων των κομμάτων, οι λαϊκίστικες κορώνες και η σχιζοειδής υπερβολή των ακροαριστερών, ακόμα και των αναρχικών, δε συγκινούν παρά μόνο τους ευσυγκίνητους… χρειάζεται κριτική ρήξη με το παρελθόν, σύνθεση και άνοιγμα για να είμαστε αυτό που μπορούμε να γίνουμε… ρήξη με το παρελθόν σημαίνει ρήξη με τα επιτροπάτα και τα καπετανάτα των -ισμών, ρήξη με τις εμμονές των ιδεολογιών, ρήξη με τη γκρίνια και την ανέχεια των αιρέσεων…»[8].

 

Ετσι με κάποιο «μαγικό» και μεταφυσικό τρόπο οι «μάζες» θα εξεγερθούν και θα καταργήσουν το κράτος. Αυτό επί της ουσίας σημαίνει ότι οι αναρχικοί αρνούνται την πολιτική πάλη και την ταξική πάλη, αρνούνται τη συνειδητή δράση των μαζών για την ανατροπή του καπιταλισμού. Συνέπεια αυτής της αντίληψης αλλά και της άρνησης κάθε είδους οργανωμένης πάλης στο όνομα της «αντί ιεραρχίας» και της «αυτοοργάνωσης» είναι ότι αρνούνται την ύπαρξη και το ρόλο του Κόμματος. «Γνωρίζουμε πως η συνεργασία, η αλληλεγγύη και ο συντονισμός της δράσης μας, έξω και πέρα από κάθε ρυμούλκηση σαστισμένων «αυθεντιών» και «πρωτοποριών» είναι η λυδία λίθος της αποτελεσματικότητας του αγώνα για την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία… παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας έξω και πέρα από διαμεσολαβήσεις όποιων επίδοξων «πρωτοποριών», «σωτήρων» και «αυθεντιών», «καμία εμπιστοσύνη στα κόμματα (μικρά ή μεγάλα), στους πολιτικούς και στην πολιτική»[9].

 

Οι αντιλήψεις των αναρχικών οδηγούν αντικειμενικά στον πολιτικό αφοπλισμό του προλεταριάτου, την υποταγή του στην αστική πολιτική. Αυτό τους οδηγεί σε επικίνδυνες αποπροσανατολιστικές και διασπαστικές απόψεις για τους στόχους που πρέπει να έχει το κίνημα. Χαρακτηριστική είναι και η θέση «αυτοδιαχειριζόμενου» στεκιού για την κατάσταση στην εκπαίδευση κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων κατά του νόμου Αρσένη: «Οποιος μιλάει για την εκπαίδευση και ζητάει 12χρονο υποχρεωτικό σχολείο είναι ή ηλίθιος ή Κνίτης».

 

«Το σχολείο είναι ένας θεσμός αναγκαίος για τη στήριξη, ύπαρξη και διαιώνιση του κρατικού μηχανισμού. Ενας θεσμός που στόχος του είναι η ένταξη καλογρασαρισμένων γραναζιών στην παραγωγική διαδικασία του συστήματος… ο καθηγητής είναι αυτός που πρέπει να καταφέρει μέσα από ένα πραγματικό οπλοστάσιο ποινών και κανόνων την ομαλή λειτουργία αυτού του βάρβαρου και απάνθρωπου θεσμού. Είναι εκείνος που σαν αυθεντία και παντογνώστης θα διακηρύξει την υποταγή κατέχοντας ξεχωριστή θέση στην αίθουσα, την έδρα… είναι αυτός που θα σπρώξει έξυπνα τους νέους στον ανταγωνισμό, βαθμολογώντας τους, κριτικάροντας την κάθε τους κίνηση και τιμωρώντας τους σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα του σχολείου, το ποινολόγιο… έτσι ανενόχλητος και ασφαλής στην έδρα του ή στο καγκελόφραχτο γραφείο του θα συνεχίσει να βαθμολογεί απρόσιτος, προτάσσοντας τους νέους στη ρουφιανιά, το γλείψιμο και την υποταγή… Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πως είναι δυνατόν να απαιτούν αύξηση των μισθών τους (για να κάνουν τη δουλειά τους πιο ενδιαφέρουσα) όταν παράλληλα δε δείχνουν καμία διάθεση να απορρίψουν τον εξουσιαστικό ρόλο που τους επιβλήθηκε… Δημόσια δωρεάν παιδεία για την ΟΛΜΕ και το υπουργείο είναι μια παιδεία πλήρως οργανωμένη και ελεγχόμενη από το κράτος (με στόχο την άριστη μεταφορά τη κυρίαρχης ιδεολογίας στους μαθητές) η οποία απλά θα προσφέρεται στο μαθητή δωρεάν… το ζήτημα για εμάς δεν είναι η δημόσια δωρεάν παιδεία αλλά μια παιδεία ελεύθερη… ο συγκεκριμένος αγώνας των καθηγητών στον οποίο δε διακρίνεται μια συνολικότερη αμφισβήτηση των κυρίαρχων επιλογών μπορεί να ζητά αλληλεγγύη από άλλα κοινωνικά κομμάτια και κυρίως από τους μαθητές; Δεν ξεχνάμε το τι συνέβη όταν οι ίδιοι οι μαθητές μέσα από καταλήψεις είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός των άλλων και τους καθηγητές τους… απαιτείται τελικά η αμφισβήτηση του ρόλου του καθηγητή και τελικά η απόρριψή του…».

 

Ενδεικτικός είναι ακόμα ο τρόπος που οι αναρχικοί αναλύουν μια σειρά ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό: «Αλληλεγγύη στην Ιντιφάντα: κατά του Σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ και του προτεκτοράτου του Αραφάτ».

 

«Το Ισραήλ είναι ένα κράτος που κινδυνεύει από την «τρομοκρατία», που απειλείται και όπως για κάθε κράτος η φυσική του αντανακλαστική κίνηση είναι να δολοφονεί…οι σφαγές των κρατών και η αντίσταση των καταπιεσμένων μας θυμίζουν πως Ελευθερία και Εξουσία δε συμβιβάζονται… η νέα Ιντιφάντα είναι μια κοινωνική εξέγερση ενάντια τόσο στην ισραηλινή κατοχή όσο και στις κατασταλτικές δυνάμεις της παλαιστινιακής αρχής και των παλαιστίνιων εξουσιαστών…η νέα Ιντιφάντα χτύπησε την «εθνική ενότητα» που όπως ονειρεύεται κάθε κρατιστής, ονειρεύονταν και οι παλαιστίνιοι εξουσιαστές με επικεφαλής τον Αραφάτ… η προοπτική ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους δε μπορεί παρά να αποτελεί μια προοπτική εκτόνωσης του κοινωνικού πολέμου. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας αλλά και η «εθνική ενότητα» για την αντιμετώπιση των ισραηλινών κυριάρχων τείνουν να εγκλωβίσουν την κοινωνική εξέγερση στο στόχο της «δημιουργίας ενός νέου ανεξάρτητου κράτους».

 

 

ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

Μη αναγνωρίζοντας την ταξική πάλη και το ρόλο της στην επαναστατική εξέλιξη ένα μέρος των αναρχικών υποστηρίζει την ατομική τρομοκρατία. Αυτό το είδαμε και με αφορμή τις συλλήψεις και δίκες της «17Ν» και την προσπάθεια να τους εμφανίσουν σαν λαϊκούς αγωνιστές. Η υποστήριξη στην ατομική τρομοκρατία αναδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης τους στις μάζες και τις αυταπάτες ότι με ενέργειες ατομικής τρομοκρατίας (δολοφονίες, δολιοφθορές κλπ.) μπορούν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό… «να περιμένω να γίνει επανάσταση αυτό δε γίνεται. Η αναμονή είναι ο καθημερινός βιασμός μου από το σύστημα, δεν μπορώ να τη δεχτώ ως επαναστατική πρακτική. Περίμενα πάρα πολύ…»[10].

 

Ο Μαρξ και ο Λένιν έκαναν σοβαρή κριτική στη θέση για ατομική τρομοκρατία. Στην εποχή του Μαρξ εμφανίζεται ο περίφημος Νετσάγιεφ[11] ενώ ο Λένιν έκανε πολεμική στο άρθρο του για τον «επαναστατικό τυχοδιωκτισμό» στους επαναστάτες – σοσιαλιστές για τη θέση τους για την ατομική τρομοκρατία. Εκτός από το ανόητο και το ανεδαφικό της ατομικής τρομοκρατίας υπάρχει από τη φύση της και το στοιχείο της προβοκάτσιας. Οι Μαρξ και Ενγκελς με κείμενα τους ανέδειξαν ότι η τυχοδιωκτική δράση του Νετσάγιεφ που συνδέονταν με το Μπακούνιν λειτούργησε προβοκατόρικα[12] με αποτέλεσμα να χτυπηθεί το ρωσικό δημοκρατικό επαναστατικό κίνημα. Ανεξάρτητα το πόσο συνδέεται άμεσα ή έμμεσα η ατομική τρομοκρατία με μηχανισμούς του κράτους λειτουργεί προβοκατόρικα, τυχοδιωκτικά για να αποπροσανατολίζει το επαναστατικό κίνημα από τα βασικά του καθήκοντα. Να δημιουργεί το έδαφος για να συκοφαντείται το κίνημα και ταυτόχρονα να διαμορφώνει όρους, ώστε η μάχη να δίνεται στο έδαφος του αντιπάλου με τρόπο που συμφέρει την άρχουσα τάξη.

 

 

Ο ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Με βάση τις παραπάνω θέσεις μπορούμε να καταγράψουμε μια ιστορική πορεία που αναδεικνύει τον αντιδραστικό ρόλο που έπαιξαν οι αναρχικοί στην ιστορία από την εποχή της εμφάνισης του αναρχισμού σαν ρεύμα (μέσα 19ου αιώνα) μέχρι σήμερα.

 

Συνοψίζοντας τις βασικές τους θέσεις:

 

 Υποστηρίζουν την «απόλυτη ατομική ελευθερία».

 

 Παλεύουν για μια «ουτοπική» κοινωνία-ομοσπονδία αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων.

 

– Αρνούνται τις νομοτέλειες της ταξικής πάλης και την πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

 

 Αδυνατούν να κατανοήσουν το χαρακτήρα της εκμετάλλευσης.

 

 Δίνουν στο κράτος και την εξουσία μεταφυσικό περιεχόμενο.

 

 Αντιστρέφουν τη σχέση βάσης-εποικοδομήματος. Θεωρούν ότι το κράτος γεννά την εκμετάλλευση. Δεν αντιλαμβάνονται δηλαδή το κράτος σαν αναγκαιότητα που προκύπτει στις ταξικές κοινωνίες.

 

– Υποστηρίζουν την ατομική τρομοκρατία.

 

Οι παραπάνω αντιλήψεις όπως είναι φυσικό διαμορφώνουν ένα αντιδραστικό πλαίσιο δράσης που ανεξάρτητα από προθέσεις και διακηρύξεις έρχεται σε σύγκρουση με την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου. Οι αντιλήψεις αυτές οδήγησαν και στην ιδεολογική και πολιτική χρεοκοπία του αναρχισμού στον 20ό αιώνα που έπαψε να αποτελεί σοβαρή δύναμη στο εργατικό κίνημα.

 

Ορισμένα ιστορικά στοιχεία της αντιπαράθεσης παραθέτουμε στη συνέχεια.

 

Οι Μαρξ – Ενγκελς άσκησαν σοβαρή κριτική στις φιλοσοφικές-ιδεαλιστικές θέσεις των Προυντόν, Στίρνερ που ουσιαστικά θεοποιούσαν το άτομο και την απόλυτη ελευθερία του, την ατομική ιδιοκτησία. Μάλιστα το έργο του «Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας» ο Μαρξ το αφιερώνει για να κάνει πολεμική στις φιλοσοφικές θέσεις του Προυντόν, ενώ κριτική στον Στίρνερ γίνεται μέσα από το έργο του Ενγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασσικής Γερμανικής φιλοσοφίας» και στην «Αγία Οικογένεια».

 

Ο Μπακούνιν εμφανίζεται σαν θεωρητικός του αναρχοκομμουνισμού με ένα κράμα ουτοπικών σοσιαλιστικών ιδεών και προυντονισμού (ο ίδιος θεωρούσε τον Προυντόν δάσκαλό του). Στην Α΄ Διεθνή (Διεθνή Ενωση των Εργατών) ξεσπά αντιπαράθεση ανάμεσα στον Κ. Μαρξ και στον Μπακούνιν γύρω από σημαντικά θεωρητικά ζητήματα σε σχέση με το Κράτος, την ταξική πάλη κλπ. Ο Μπακούνιν και οι οπαδοί του μετά από σκληρή διαπάλη διαγράφονται από τη Διεθνή. Η Παρισινή Κομμούνα έρχεται να επιβεβαιώσει τη μαρξιστική θέση για την επαναστατική εξουσία και τα καθήκοντά της. Ο Μπακούνιν συνδέεται με το Νετσάγιεφ, υποστηρίζει την ατομική τρομοκρατία και διαμορφώνει σχέδια εξέγερσης. Οι οπαδοί του Μπακούνιν παίζουν σοβαρό ρόλο στο προβοκάρισμα των ταξικών αγώνων της εποχής.

 

«Κληρονόμος» των ιδεών του Μπακούνιν ήταν ο Κροπότκιν. Η περίοδος που έζησε ο Κροπότκιν και ανέπτυξε τις θεωρίες του είναι η περίοδος που ο καπιταλισμός περνά στο ανώτατο ιμπεριαλιστικό του στάδιο. Ο αναρχισμός ταυτίζεται με την μικροαστική διαμαρτυρία όχι στον καπιταλισμό που αναπτύσσεται αλλά στον καπιταλισμό που αρχίζει να σαπίζει και γίνεται πιο επιθετικά αντικομμουνιστικός. Ο πρώτος ιμπεριαλιστικός πόλεμος βρίσκει τον Κροπότκιν να παίρνει σοβινιστικές θέσεις. Ο Κροπότκιν αρχίζει να αναζητά «φύτρα του κομμουνισμού, νησίδες κομμουνισμού» στα πλαίσια του καπιταλισμού προσεγγίζει ολοένα το ρεφορμισμό. Ταυτόχρονα η Οκτωβριανή Επανάσταση και η εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής εξουσίας βρίσκει τους περισσότερους αναρχικούς με την πλευρά της αντεπανάστασης. Χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος τους στην ανταρσία της Κροστάνδης[13] ενάντια στη σοβιετική εξουσία.

 

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα διαμορφώνεται στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ένα ρεύμα αναρχοσυνδικαλιστικό με βασική επιρροή σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Αργεντινή κλπ. Ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια προσαρμογής του αναρχισμού στις νέες συνθήκες του ιμπεριαλισμού. Το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα αρνείται την πολιτική πάλη του προλεταριάτου, έχει έντονα ρεφορμιστικά στοιχεία, αναμασά τις θεωρίες των ομοσπονδιών των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, προπαγανδίζει τις θεωρίες της άμεσης δράσης και τις πράξεις ατομικής τρομοκρατίας και σηκώνει σημαντικό βάρος στην αντισοσοσιαλιστική, αντισοβιετική προπαγάνδα στην περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Ντουρούτι (αρχηγού των ισπανών αναρχικών) την περίοδο της διχτατορίας του Πριμόντε Ριβιέρα «προτιμάμε τη διχτατορία της δεξιάς αστικής τάξης από τη διχτατορία των κομμουνιστών». Αυτή την τακτική εξέφρασαν και οι αναρχικοί τη περίοδο του εμφυλίου στην Ισπανία. Στην Ισπανία είχαν διαμορφωθεί δύο αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις, η FAI (Ομοσπονδία Αναρχικών Ιβηρικής) και η CNT (Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών). Είχαν επιρροή σε ορισμένα μέρη της Ισπανίας. Στη Βαρκελώνη προσπάθησαν να εφαρμόσουν το κοινωνικό τους πρότυπο. Από τα πρώτα μέτρα που πήραν ήταν να ανοίξουν τις φυλακές και να απελευθερώσουν κάθε εγκληματικό στοιχείο που στελέχωσε αργότερα τις φασιστικές μονάδες. Αρνήθηκαν κάθε συντονισμό με την κεντρική κρατική εξουσία της Δημοκρατικής Ισπανίας, συνέβαλαν στην αποδιοργάνωση και μαζί με τους τροτσκιστές ανέπτυξαν μια εκτεταμένη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Με αυτό τον τρόπο αποτέλεσαν αντικειμενικά την «5η φάλαγγα του Φράνκο» που δρούσε στα μετόπισθεν, συνέβαλαν στη φασιστική νίκη και στην ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων.

 

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι αναρχικοί επιστρατεύονται στα πλαίσια της ψυχροπολεμικής αντισοβιετικής και αντισοσιαλιστικής προπαγάνδας. Στηρίζουν κάθε αντεπαναστατική προσπάθεια στη σοσιαλιστική Ευρώπη (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία)[14]. Η επιρροή τους περιορίζεται σε χώρους διανοουμένων και της φοιτητικής νεολαίας. Το αναρχικό ρεύμα συναντιέται με τις θεωρίες διάφορων αστών και μικροαστών κοινωνιολόγων για νέες αντιθέσεις που γίνονται κυρίαρχες (π.χ. μεταξύ γονιών – παιδιών, μεταξύ των δύο φύλων, ο καταναλωτισμός, τα περιβαλλοντικά ζητήματα, σεξουαλική απελευθέρωση κλπ.), για εξαφάνιση της εργατικής τάξης, για την αυτονομία των κινημάτων κλπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ντανιέλ Κον Μπεντίντ[15] αναρχικού φοιτητή «ηγέτη» του Μάη του ’68. Ο αναρχισμός μπλέκεται με νέες «αριστερίστικες» και «νεοτροτσκιστικές» αντιλήψεις με κύρια χαρακτηριστικά την κριτική σε φαινόμενα της ζωής στο σύγχρονο καπιταλισμό στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και την πολεμική στο «ξεπερασμένο» κομμουνιστικό κίνημα, τη Σοβιετική Ενωση και το σοσιαλισμό. Αυτές οι αντιλήψεις δανείζουν και δανείζονται επιχειρήματα στην αντισοσιαλιστική τους προπαγάνδα από τους μαοϊκούς και τους ευρωκομουνιστές.

 

 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΡΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ

 

Στο 19ο αιώνα έδρασαν αναρχικές ομάδες στον Πύργο και την Πάτρα κάτω και από την επιρροή Ιταλών αναρχικών. Με την άνοδο του εργατικού κινήματος οι ομάδες αυτές σύντομα περιθωριοποιούντια και διαλύονται. Ουσιαστικά η συγκροτημένη εμφάνιση των αναρχο-αυτόνομων (α/α) στις σύγχρονες συνθήκες γίνεται στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του ’79-’80 ενάντια στο ν. 815 τροφοδοτούνται από αριθμό φοιτητών που έχει προέλθει από τη διάσπαση του «Ρήγα Φεραίου» (νεολαία του «ΚΚΕ εσ») και την ίδρυση της «Β΄ Πανελλαδικής» (αποτέλεσε τον πυρήνα των Αριστερών Συσπειρώσεων της δεκαετίας του ’80), καθώς και φοιτητές που έχουν αποχωρήσει από μαοϊκές οργανώσεις εξαιτίας της κρίσης του μαοϊσμού και των πολιτικών φορέων του («ΚΚΕ (μ-λ)», ΕΚΚΕ κλπ.). Ενας άλλος παράγοντας υπήρξε η αυθόρμητη ριζοσπαστικοποίηση φοιτητικών μαζών με τα παράλληλα κενά στην ιδεολογική-πολιτική παρέμβαση της ΚΝΕ. Ο τότε υπουργός πολιτισμού της ΝΔ Ανδρέας Ανδριανόπουλος δήλωνε την ημέρα των φοιτητικών εκλογών του 1980 στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Οι αναρχοαυτόνομοι είναι μια μεγάλη ελπίδα για την επανανακάλυψη των αξιών της ελευθερίας από την ελληνική νεολαία και τον απεγκλωβισμό της από τα μαρξιστικά δεσμά».

 

Το ρεύμα αυτό συνδέθηκε με περιθωριακά ρεύματα μουσικής, τέχνης και τρόπου ζωής (όπως το πανκ) που ήταν «μόδα» εκείνη τη περίοδο και ενισχύθηκαν από την άρχουσα τάξη και τους μηχανισμούς της στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν αντίβαρο στην παρέμβαση της ΚΝΕ στα ζητήματα του πολιτισμού. Από την πρώτη στιγμή ανέπτυξαν μια έντονη αντι-ΚΝΕ δραστηριότητα (βλ. Χημείο κλπ.). Ιδιαίτερα ενισχύθηκαν για να παίξουν αυτό το ρόλο από το ΠΑΣΟΚ. Για παράδειγμα η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς και Αθλητισμού χρηματοδοτούσε και ενίσχυε έντυπα και εκδηλώσεις τέτοιων ομάδων.

 

Η πορεία αυτών των ομάδων δεν είναι ευθύγραμμη, συνδέεται με στιγμές του κινήματος και με τις πολιτικές εξελίξεις. Ο χώρος αυτός δεν μπόρεσε από μόνος του να αποκτήσει ερείσματα στο νεολαιίστικο κίνημα. Αξιοποιήθηκε από άλλες δυνάμεις στην αντι-ΚΚΕ εκστρατεία και κυρίως από «αριστεριστές» του «Ρήγα Φεραίου» αλλά και την Ν. ΠΑΣΟΚ. Παράγοντας που συντέλεσε να ξεφουσκώσει αυτό το ρεύμα ήταν η άνοδος της επιρροής της ΚΝΕ και των αντιιμπεριαλιστικών συνθημάτων στο κίνημα της νεολαίας.

 

Η κρίση στο Κόμμα και την ΚΝΕ και οι ανατροπές του σοσιαλισμού στα χρόνια ’89-’91 συμπίπτουν και με τις μαθητικές κινητοποιήσεις ’90-’91 ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ (νόμοι Κοντογιαννόπουλου – Σουφλιά), ενώ ταυτόχρονα είναι και η περίοδος του πρώτου Τρομονόμου. Η έντονη καταστολή των μαθητικών κινητοποιήσεων που φτάνει στη δολοφονία του Ν. Τεμπονέρα, η φετιχοποίηση της μορφής της κατάληψης, η αδύναμη παρέμβαση της ΚΝΕ, ενισχύουν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αυτές τις ομάδες με μικρές ηλικίες.

 

Αυτή την περίοδο διαμορφώνεται η «Συνεργασία Αναρχικών Ομάδων και Ατόμων για την Πολύμορφη Δράση» που περιλαμβάνει έναν αριθμό αναρχικών ομάδων («Συσπείρωση Αναρχικών», εφημερίδα «Εξέγερση», εφημερίδα «Αναρχική Παρέμβαση», ομάδα «Οτανις», ομάδα «Ξανά στους Δρόμους» κλπ.). Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αρνητική συγκυρία για το λαϊκό κίνημα για να ξεμπερδεύει μια για πάντα με την αντιιμπεριαλιστική πορεία του Πολυτεχνείου. Παράλληλα οι «αριστεριστές» που συγκροτούν τα ΕΑΑΚ (αποτελούνται από τις δυνάμεις της τότε «ΚΝΕ-ΝΑΡ», «Αριστερών Συσπειρώσεων» και τα απομεινάρια του «Ρήγα Φεραίου» και εκείνη την εποχή έχουν σημαντική επιρροή στο φοιτητικό κίνημα) δίνουν πολιτική κάλυψη στην προβοκατόρικη δράση α/α ομάδων θεωρώντας τους κοινωνικούς αγωνιστές.

 

Από το ’90 μέχρι το ’95 διαμορφώνονται στον α/α χώρο δύο ακόμα ομάδες. Η μια είναι αυτή που συσπειρώνεται γύρω από την εφημερίδα «Αλφα» και αποτελεί μια προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα πιο πολιτικό πλαίσιο δράσης των α/α παίρνοντας αποστάσεις από τα «μπάχαλα» – όπως αποκαλούν τους υπόλοιπους – η οποία «εξαφανίζεται» γύρω στο 1997 -1998. Η άλλη είναι μετεξέλιξη της ΣΑΚΕ (Συνεπής Αριστερή Κίνηση Ελλάδας) σε «Ενωση για την Επαναστατική Ανατροπή» που εκδίδει την εφημερίδα «Κόντρα».

 

Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1995 είναι καθοριστικά. Στις 15.11 εξελίσσεται δολοφονική επίθεση των α/α με μολότοφ ενάντια στα μέλη της ΚΝΕ που υλοποιούσαν την απόφαση της ΕΦΕΕ για περιφρούρηση του Πολυτεχνείου. Το προβοκατόρικο σχέδιο ολοκληρώνεται στις 17 και 18 Νοέμβρη με την κατάληψη του κτιρίου του Πολυτεχνείου, την άρση του ασύλου, την επέμβαση των ΜΑΤ και τη σύλληψη 500 ατόμων. Την επόμενη χρονιά η απόφαση φορέων του λαϊκού κινήματος να συγκροτήσουν Επιτροπή Εορτασμού, προσπάθεια στην οποία πρωτοστατεί το ΚΚΕ και η ΚΝΕ, βάζει εμπόδιο στη συνέχιση της προβοκατόρικης δράσης τους στις ημέρες του Πολυτεχνείου και διαμορφώνει τις προϋποθέσεις ώστε η επέτειος του Πολυτεχνείου να ξαναπάρει αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο και να διασφαλιστεί η πορεία στην Αμερικάνικη Πρεσβεία.

 

Η άνοδος της επιρροής της ΚΝΕ στο νεολαιίστικο κίνημα, ιδιαίτερα στο μαθητικό και το φιλειρηνικό αντιιμπεριαλιστικό, η ακύρωση της προβοκάτσιας στους εορτασμούς του Πολυτεχνείου, η διασφάλιση της αντιιμπεριαλιστικής πορείας της 17ης Νοέμβρη, η άνοδος της ΠΚΣ στα ΑΕΙ και ΤΕΙ βάζει αυτές τις ομάδες στο περιθώριο. Η δράση τους στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 συντονίζεται με την προσπάθεια της κυβέρνησης να συκοφαντήσει το ρόλο της ΚΝΕ στους αγώνες μαθητών και φοιτητών, παίρνει χαρακτηριστικά αντικομμουνιστικών συμμοριών με οργανωμένες επιθέσεις ενάντια σε μέλη της ΚΝΕ και του ΚΚΕ, σε γραφεία του Κόμματος, σε σχολές κλπ. Σε αυτή την προσπάθειά τους για μια ακόμη φορά βρίσκουν τη συγκαλυμμένη ή απροκάλυπτη στήριξη μιας μερίδας του αστικού Τύπου (Ελευθεροτυπία, Αυγή), των αριστερίστικων ομάδων και του ΣΥΝ.

 

Στη διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη του Κλίντον στην Αθήνα το 1999, έγινε ολοφάνερη η σχέση αυτού του χώρου με κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, ακόμα και με ξένες υπηρεσίες. Η συντονισμένη δράση τους με τις δυνάμεις καταστολής συνέβαλε στο να μετατραπεί η Αθήνα σε πεδίο μάχης, στο να γνωρίσει η μαζική αντιιμπεριαλιστική διαδήλωση της νεολαίας και του λαού της Αθήνας μια άγρια καταστολή. Αντίστοιχο ρόλο έπαιξαν και τον Ιούνη του 2003 στη Θεσσαλονίκη, που αποτέλεσε σταθμό της δράσης αυτού του χώρου.

 

Σήμερα βασικές ομάδες που τοποθετούνται στο χώρο αυτό είναι: Η «Συνεργασία Αναρχικών Ατόμων και Ομάδων για την Πολύμορφη Δράση» που αυτοπροσδιορίζεται και σαν «Μπλακ Μπλοκ» και κινείται σε πανελλαδικό επίπεδο. Εκδίδει τη βδομαδιάτικη εφημερίδα «Διαδρομή Ελευθερίας», που έχει τιράζ -σύμφωνα με τους εκδότες της- 10.000 αντίτυπα και διακινείται σε διάφορα σημεία της Ελλάδας. Η ομάδα αυτή λειτουργεί επίσης και δύο χώρους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη με το όνομα «Αναρχική Αρχειοθήκη» και έχει σαν στόχο την προώθηση της «αναρχικής παράδοσης». Γύρω από την εφημερίδα «Κόντρα» λειτουργεί η «Ενωση για την Επαναστατική Ανατροπή». Αυτή η ομάδα εμφανίζεται και σαν «Ινστιτούτο Κοινωνικών Μελετών» και θεωρεί τον εαυτό της «αντιεξουσιαστική μαρξιστική – λενινιστική συλλογικότητα». Με αφορμή τον Τρομονόμο, στη συνέχεια τις δίκες της 17Ν και την εξάμηνη προεδρία της Ελλάδας στην ΕΕ, διαμορφώθηκε μια ομάδα απαρτιζόμενη κυρίως από παλιούς αναρχικούς που εμφανίζεται με δύο μορφές: τη «Συσπείρωση Ενάντια στην Κρατική Τρομοκρατία» και την «Αντιεξουσιαστική Κίνηση Σαλόνικα 2003» (τώρα εμφανίζεται σαν «Αντιεξουσιαστική Κίνηση»). Η ομάδα αυτή αποτελεί την πιο συγκροτημένη προσπάθεια παρέμβασης του αναρχο-αυτόνομου χώρου. Αυτή η προσπάθεια συνδέεται με νέα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, κυρίως ένταση της κρατικής καταστολής, ένταση της δυσαρέσκειας και της αμφισβήτησης από λαϊκά στρώματα. Σύμφωνα με τις διακηρύξεις της επιδιώκει να μην ταυτιστεί με το λεγόμενο «μπλακ μπλοκ», να βγάλει τον αναρχο-αυτόνομο χώρο από το περιθώριο και να συνδεθεί με αγώνες του λαού. Τον Οκτώβρη του 2003 οργάνωσαν πανελλαδική συνάντηση και αποφάσισαν να προχωρήσουν σε πανελλαδική κίνηση, να δημιουργήσουν την «Αντιεξουσιαστική Κίνηση Φοιτητών» και να ιδρύσουν αντιεξουσιαστικά κέντρα στις πόλεις, να εκδόσουν πανελλαδική εφημερίδα, τη «Βαβυλωνία». Στόχος τους είναι να μην περιοριστούν σε αυτούς που αυτό-προσδιορίζονται ιδεολογικά σαν αναρχικοί, αλλά να διαμορφώσουν ένα ευρύτερο αντιεξουσιαστικό, αντικαπιταλιστικό ρεύμα συγκεντρώνοντας ευρύτερες ριζοσπαστικές δυνάμεις. Σε ορισμένες πρωτοβουλίες τους συνεργάζονται και συντονίζονται με άλλες αυτόνομες και αριστερίστικες κινήσεις.

 

Τέλος, υπάρχει ένας αριθμός αυτοδιαχειριζόμενων στεκιών και καταλήψεων που ξεκίνησαν να λειτουργούν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και αποτελούν κέντρα δράσης αυτού του χώρου. Προσπαθούν μέσα από αυτή τη δράση να αποκτήσουν έρεισμα σε τοπικό επίπεδο μέσα από σειρά πολιτικών, πολιτιστικών εκδηλώσεων, ενασχόληση με τοπικά προβλήματα κλπ. Στην Αθήνα λειτουργούν 10 στέκια και σε άλλες πόλεις 13. Τέτοια στέκια υπάρχουν επίσης και σε ορισμένες Πανεπιστημιακές σχολές. Σε αυτούς τους χώρους συνυπάρχουν επιρροές από όλες τις «τάσεις» και ομάδες του αναρχο-αυτόνομου χώρου, ενώ σε ορισμένα συμμετέχουν και αριστεριστές.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Β. Ι. Λένιν: «Επαναστατικός Τυχοδιωκτισμός». Απαντα, τ. 6, σελ. 381-385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

 

Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

 

Ι. Β. Στάλιν: «Αναρχισμός ή Σοσιαλισμός». Απαντα, τ. Α’, σελ. 323-324, 379-382, 398-405, έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ.

 

Ουίλιαμ Ζ. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», σελ. 136 – 139, εκδόσεις «ΓΝΩΣΕΙΣ».

 

Φ. Γ. Πολιάνσκι: «Σοσιαλισμός και Σύγχρονος Αναρχισμός», εκδόσεις: «ΓΝΩΣΕΙΣ».

 

Κ. Μαρξ – Φ. Ενγκελς: «Η Αγία Οικογένεια». εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

 

 

 

Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ.

 

[1] Μαξ Στίρνερ (1806-1856): Ψευδώνυμο του Σμίτ Κασπάρ. Γερμανός φιλόσοφος, νεοχεγγελιανός και ιδεολόγος του αναρχισμού. Ο Στίρνερ ουσιαστικά πρόβαλε τον αναρχικό ατομισμό. Θεωρούσε σαν δημιουργική δύναμη της ιστορίας την αυτοσυνείδηση. Απορρίπτοντας κάθε κανόνα ηθικής και συμπεριφοράς θεωρούσε ότι πηγή του δικαίου και της ηθικής είναι η δύναμη κάθε ξεχωριστής προσωπικότητας. Ο μηδενισμός και ο αναρχισμός είναι η βασική συνισταμένη των θεωριών του που την περίοδο 1840-1860 επηρέασαν έναν αριθμό μικροαστών διανοούμενων, όπως ο Μ. Α. Μπακούνιν, ο Φ. Νίτσε κλπ. Οι Μαρξ – Ενγκελς στο έργο τους «Η Γερμανική Ιδεολογία» απέδειξαν το αβάσιμο της κριτικής του Στίρνερ ενάντια στον κομμουνισμό και κατέρριψαν τις θεωρίες του.

 

[2] Προυντόν Πιερ Ζοζέφ (1809-1865): Γάλλος μικροαστός σοσιαλιστής θεωρητικός του αναρχισμού. Εγινε γνωστός από το βιβλίο του «Τι είναι ιδιοκτησία;» (1840) όπου διακήρυττε ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Τη περίοδο 1844-1845 γνωρίζεται στο Παρίσι με τους εξόριστους νεοχεγγελιανούς και τον Κ. Μαρξ. Στο έργο του «Σύστημα οικονομικών αντιφάσεων ή φιλοσοφία της αθλιότητας» προτείνει τον ειρηνικό δρόμο μετασχηματισμού της κοινωνίας με τη μεταρρύθμιση των πιστώσεων και της κυκλοφορίας και επιτίθεται δριμύτατα ενάντια στον κομμουνισμό. Ο Μαρξ στο έργο του «Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας» κατέκρινε με τη σειρά του τις ιδέες του Προυντόν. Το 1848 εκλέγεται βουλευτής της Συντακτικής Συνέλευσης. Αναπτύσσει θεωρίες για τη Συνεργασία των τάξεων και την κατάργηση του κράτους. Το 1849 καταδικάζεται 3 χρόνια για προσβολή στο πρόσωπο του Προέδρου Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Το 1851 επιδοκιμάζει το πραξικόπημα του Βοναπάρτη θεωρώντάς το ιδιότυπη κοινωνική επανάσταση. Το 1858 φυλακίζεται ξανά για αντικληρικό έργο, δραπετεύει και διαφεύγει στο Βέλγιο. Επιστρέφει το 1862. Στο τέλος της ζωής του επεξεργάζεται το Πρόγραμμα των οπαδών της αμοιβαιότητας.

 

[3] Μπακούνιν Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς (1814-1876): Ρώσος επαναστάτης ένας από τους ιδρυτές του αναρχισμού. Φοίτησε στη σχολή Πυροβολικού της Πετρούπολης, αποστρατεύτηκε το 1835. Το 1840 φεύγει στο εξωτερικό. Προσχώρησε στους «αριστερούς χεγκελιανούς». Παίρνει μέρος σε διάφορες εξεγέρσεις σε όλη την Ευρώπη. Το 1850 συλλαμβάνεται στη Σαξονία και παραδίνεται στις τσαρικές αρχές από τους Αυστριακούς. Το 1857 στέλνεται εξορία στη Σιβηρία. Το 1861 δραπετεύει και μέσω Ιαπωνίας-ΗΠΑ επιστρέφει στην Ευρώπη. Το 1864-1867 ζει στην Ιταλία όπου και διαμορφώνει τις βασικές αναρχικές αντιλήψεις επηρεασμένος από τον Προυντόν. Μέχρι το θάνατό του 1876 στη Βέρνη, ταξιδεύει σε Γαλλία – Ελβετία – Ιταλία προπαγανδίζει τις ιδέες του, παίρνει μέρος σε διάφορες εξεγέρσεις. Στα τέλη του 1864 προσχώρησε στη Διεθνή Ενωση των Εργατών (Α΄ Διεθνή). Συγκρότησε τη μυστική «Διεθνή Αδελφότητα» με στόχο την υπονόμευση και τη διάσπαση της Διεθνούς. Οι Μαρξ – Ενγκελς άνοιξαν αποφασιστικό μέτωπο ενάντια στις αντιλήψεις αλλά και στην τακτική του Μπακούνιν. Το 1872 στο Συνέδριο της Χάγης ο Μπακούνιν και οι οπαδοί του διώχνονται από τη Διεθνή

 

[4] Κροπότκιν Πιοτρ Αλεξέγεβιτς (1842-1921): Ρώσος θεωρητικός του αναρχισμού, κοινωνιολόγος, γεωγράφος και γεωλόγος. Καταγόταν από παλιά πριγκιπική οικογένεια. Υπήρξε ακόλουθος του τσάρου. Διαμορφώνει δημοκρατική επαναστατική άποψη κατά την περίοδο που υπηρετούσε στη Σιβηρία. Το 1872 ταξιδεύει σε Βέλγιο και Ελβετία και προσχωρεί στην πτέρυγα της Διεθνούς που ακολουθούσε το Μπακούνιν. Επέστρεψε στη Ρωσία και ανέπτυξε επαναστατική δράση. Συνελήφθη το 1874, το 1876 δραπετεύει και φεύγει στο εξωτερικό όπου ζει πάνω από 40 χρόνια. Αναπτύσσει την αναρχική θεωρία που ονομάζει αναρχικό κομμουνισμό. Το 1905-1907 τάσσεται υπέρ της επανάστασης. Το 1907 παίρνει μέρος σαν προσκεκλημένος στο 5ο Συνέδριο του ΣΔΕΡΚ. Το 1914 με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου παίρνει θέση υπεράσπισης της πατρίδας. Το 1917 γυρνά στη Ρωσία. Σε λόγο του στο Κρατικό Συμβούλιο στη Μόσχα κάνει λόγο για κοινωνική ειρήνη. Παρά το γεγονός ότι ήταν αντίπαλος του κράτους εκτίμησε το διεθνή ρόλο της Οκτωβριανής Επανάστασης και του ρόλου των Σοβιέτ. Το 1919 -1920 συναντήθηκε με το Λένιν. Το 1920 απευθύνθηκε στο διεθνές προλεταριάτο με έκκληση να εμποδίσει τη στρατιωτική επέμβαση των χωρών τους στη Ρωσία. Ο Κροπότκιν παρουσίασε ένα πλούσιο επιστημονικό έργο στον τομέα της γεωγραφίας και γεωλογίας. 

 

[5] «Αναρχικός» Βρετανός συγγραφέας-δημοσιογράφος που όπως αποδείχτηκε πρόσφατα το όνομά του υπήρχε στις λίστες της Ιντέλιτζεντ Σέρβις για τη χρηματοδότηση αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, ενώ ο ίδιος είχε φτιάξει λίστα κομμουνιστών και αριστερών δημοσιογράφων που είχε παραδώσει στις βρετανικές αρχές την περίοδο του ψυχρού πολέμου.

 

[6] Από την ιδρυτική διακήρυξη της «Αντιεξουσιαστικής Κίνησης».

 

[7] Μ. Μπακούνιν: «Ο Θεός και το Κράτος».

 

[8] Από την ιδρυτική διακήρυξη της «Αντιεξουσιαστικής Κίνησης».

 

[9] Προκήρυξη αυτοδιαχειριζόμενου στεκιού.

 

[10] Από προκήρυξη αναρχικών.

 

[11] Νετσάγεφ Σεργκέι Γκενάγεβιτς (1847-1882). Παράγοντας του ρωσικού επαναστατικού κινήματος. Πήρε μέρος στις φοιτητικές ταραχές 1868-69. Τον Ιανουάριο του 1869 αφού διέδωσε ότι πιάστηκε δήθεν από τη τσαρική αστυνομία έφυγε στη Μόσχα και το Μάρτιο πέρασε έξω από τα σύνορα. Στη Γενεύη παρουσιάστηκε σαν αντιπρόσωπος επαναστατικής επιτροπής που δήθεν δραπέτευσε και έτσι απέκτησε την εμπιστοσύνη του Μπακούνιν. Το Σεπτέμβρη του 1869 επέστρεψε στη Μόσχα δήθεν σαν εξουσιοδοτημένος από το Ρώσικο τμήμα της ανύπαρκτης «Παγκόσμιας Επαναστατικής ένωσης». Ιδρυσε τμήμα της μυστικής εταιρίας «Λαϊκή Εκδίκηση» που δήθεν υπήρχε παντού. Το Νοέμβρη δολοφόνησε το μέλος της οργάνωσής του φοιτητή Ι. Ι. Ιβάνοφ με το πρόσχημα ότι είναι προδότης επειδή έβλεπε με δυσπιστία τις προθέσεις του. Το Δεκέμβρη του 1869 ξεκίνησαν συλλήψεις και κατέφυγε στο εξωτερικό. Η πολεμική των Μαρξ – Ενγκελς στο Νετσάγεφ και η αποκάλυψη της προβοκατόρικης δράσης του πείθουν το Μπακούνιν και άλλους επαναστάτες να διακόψουν κάθε σχέση μαζί του. Τον Ιανουάριο του 1871 ξεκινά η περίφημη «Δίκη Νετσάγεφ» που οδήγησε στη παραπομπή 87 ρώσων δημοκρατών και επαναστατών σε δίκη. Η ευρωπαϊκή αντίδραση προσπαθούσε να την παρουσιάσει σαν δίκη της Α΄ Διεθνούς. Η Α΄ Διεθνής διαχωρίζει επίσημα τη θέση της από το Νετσάγεφ. Τον Αύγουστο του 1871 συλλαμβάνεται στη Ζυρίχη και παραδίδεται στις τσαρικές αρχές. Το 1873 καταδικάζεται για το φόνο του φοιτητή Ιβάνοφ. Πέθανε το 1882 στη φυλακή.

 

[12] Ο Νετσάγιεφ και Μπακούνιν έστελναν επιστολές που καλούσαν για εξέγερση στη Ρωσία και πράξεις ατομικής τρομοκρατίας, με παραλήπτες ανθρώπους που είχαν παλιότερα συνδεθεί με το δημοκρατικό κίνημα. Οι επιστολές με ευκολία έπεσαν στα χέρια της τσαρικής ασφάλειας οι οποίοι αποκάλυψαν προετοιμασία εξέγερσης. Με αυτό το πρόσχημα οι τσαρικές αρχές προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις δημοκρατών.

 

[13] «Το χαρακτηριστικότερο στα γεγονότα της Κροστάνδης είναι ακριβώς οι ταλαντεύσεις του μικροαστικού στοιχείου. Τίποτε σχεδόν διαμορφωμένο, ξεκάθαρο, συγκεκριμένο δεν υπάρχει. Νεφελώδη συνθήματα όπως «ελευθερία», «ελεύθερο εμπόριο», «απελευθέρωση από το ζυγό», «σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους» ή «επανεκλογή των σοβιέτ» ή «λύτρωση από τη δικτατορία του κόμματος» κλπ. Τόσο οι μενσεβίκοι όσο και οι σοσιαλεπαναστάτες διακηρύσσουν ότι το κίνημα της Κροστάνδης είναι «δικό τους» κίνημα… Ολόκληρη η συμμορία των λευκοφρουρών κινητοποιείται αστραπιαία για την Κροστάνδη, με ταχύτητα, μπορεί να πει κανείς τηλεγράφου… Πάνω από μισή εκατοντάδα ρωσικές εφημερίδες των λευκοφρουρών που κυκλοφορούν στο εξωτερικό, επιδίδονται σε μια λυσσαλέα καμπάνια «για την Κροστάνδη». Οι μεγάλες τράπεζες, όλες οι δυνάμεις του χρηματιστικού κεφαλαίου διοργανώνουν εράνους για την υποστήριξη της Κροστάνδης. Η δήλωση του Μάρτοφ στη βερολινέζικη εφημερίδα του ότι η Κροστάνδη δε διακήρυξε μόνο μενσεβικικά συνθήματα, αλλά κι απέδειξε ακόμα, ότι είναι δυνατό ένα αντιμπολσεβίκικο κίνημα, που να μην υπηρετεί εντελώς τους λευκοφρουρούς, τους καπιταλιστές και τους γαιοκτήμονες, η δήλωση αυτή αποτελεί κλασικό παράδειγμα ενός αυτάρεσκου μικροαστού νάρκισσου. Ας κλείσουμε λοιπόν τα μάτια μπρος στο γεγονός, ότι όλοι οι γνήσιοι λευκοφρουροί χειροκροτούσαν τους αποστάτες της Κρονστάνδης και ότι συγκέντρωναν χρήματα για την υποστήριξή της από τις τράπεζες». Β. Ι. Λένιν «Σχετικά με τη φορολογία σε είδος». Απαντα, τ. 43, σελ. 246-247.

 

[14] Οι αναρχικοί στη Δ. Ευρώπη καλούσαν σε αλληλεγγύη στους αντεπαναστάτες το 1956 στην Ουγγαρία, το 1968 στην Τσεχοσλοβακία, το 1980 στην Πολωνία. Μάλιστα ειδικά για την Ουγγαρία θεωρούν ότι ήταν επανάσταση με αναρχικά χαρακτηριστικά. Για την Ουγγαρία έχει γράψει ιδιαίτερα ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης που θεωρείται θεωρητικός του «αυτόνομου» χώρου.

 

[15] Ο Ν. Κ. Μπεντίντ ακολουθώντας με συνέπεια την αντικομμουνιστική του πορεία σήμερα είναι βουλευτής των Γερμανών Πρασίνων, από τους φανατικούς χειροκροτητές των ανατροπών των σοσιαλιστικών καθεστώτων, οπαδός της ΕΕ και θερμός υποστηρικτής του ΝΑΤΟϊκού πολέμου ενάντια στην ΟΔ Γιουγκοσλαβίας.

 

 

Πηγή: Κομμουνιστική Επιθεώρηση   

 

O Antonio Labriola και η αντίσταση στον Μαρξισμό του Plekhanov και του Kautsky

antonio_labriola

 

 

[…]Οι χεγκελιανοί της Νάπολι προετοίμασαν το έδαφος για έναν ιταλικό μαρξισμό, που πηγαίνει από τον Σπαβέντα στον μαθητή του Λαμπριόλα, και από τον μαθητή του Λαμπριόλα Μπενενντέτο Κρότσε στον Γκράμσι. Αυτοί οι Ιταλοί εστίασαν στις έννοιες ιστορία, υποκειμενικότητα και συνείδηση, και αντιμετώπισαν με καχυποψία τη θετικιστική τάση να ερμηνεύεται ο μαρξισμός ως οικουμενικό και επιστημονικό σύστημα. Ο Λαμπριόλα άσκησε κριτική στον Πλεχάνοφ ακριβώς πάνω σε αυτό: «Αυτός ο επηρμένος τρόπος να μιλά για την επιστήμη θα κάνει τον επιστημονικό σοσιαλισμό καταγέλαστο σε όλο τον κόσμο. Το κακό είναι ότι πολλοί βλέπουν τον μαρξισμό σαν ένα είδος οικουμενικής σοφίας (Allweisheit)»(1).

 

Η δυσκολία να χαρακτηρίσουμε συνοπτικά τη σκέψη του Λαμπριόλα (2) απορρέει εν μέρει από τη φύση της. Εξ αιτίας της αντιπάθειας προς τον θετικισμό και τα συστήματα, ο Λαμπριόλα ήταν σκόπιμα μη συστηματικός και θραυσματικός. Προτιμούσε τον άτυπο χαρακτήρα των επιστολών και της διδασκαλίας από τις επαγγελματικές μονογραφίες. Ένα από τα μείζονα έργα του αποτελούνταν από επιστολές στον Σορέλ. Εξήγησε: «Ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου να γράψω ένα τυπικό βιβλίο..διάλεξα τη μορφή της επιστολής, επειδή διακοπές, διαλείμματα στη συνέχεια της σκέψης και κατά καιρούς άλματα..δεν φαίνονται εκτός θέσεως και ξεκάρφωτα εδώ» (3). Η πιο εμφατικά: «Επί είκοσι χρόνια αντιπαθούσα τη συστηματική φιλοσοφία. Η στάση αυτή….με έκανε πιο έτοιμο να δεχθώ τον μαρξισμό»(4).

 

Η αδυναμία, σχεδόν η απουσία, ενός ιταλικού μαρξισμού κατά τη δεκαετία του 1880 ανάγκασε τον Λαμπριόλα να ανακαλύψει και να ξανασκεφτεί για λογαριασμό του τον Μάρξ. Για να το κάνει, εκμεταλλεύτηκε το χεγκελιανό του παρελθόν και τα εφόδια του. Από αυτήν την άποψη, ο Λαμπριόλα πήγε στον μαρξισμό όπως ο Μάρξ: μέσα από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Όπως είπε στον Ένγκελς το 1894, έφτασε στον σοσιαλισμό μέσα από την αυστηρή του «χεγκελιανή εκπαίδευση» (5). Δεν έμαθε τον μαρξισμό «από το στόμα ενός μεγάλου δασκάλου» (6). Τα βιβλία του Μάρξ ήταν τα μοναδικά του μέσα, και ακόμη και αυτά δυσεύρετα. Μόνον ένα αντίτυπο της Κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μάρξ κατόρθωσε να εντοπίσει στη Ρώμη (7). Στα γράμματα του στον Ένγκελς συχνά παραπονιόταν για την έλλειψη κειμένων του Μάρξ στην Ιταλία.

 

Ο τύπος μαρξισμού του Λαμπριόλα εκφράστηκε στο λεξιλόγιο του. Οι όροι του μαρτυρούσαν τις προσπάθειες να αποστασιοποιηθεί από τον θετικισμό και τον αγοραίο μαρξισμό. Φιλύποπτος απέναντι στον όρο επιστήμη, προτιμούσε να λέει «κριτικός κομμουνισμός». «Αυτό είναι το αληθινό του όνομα, και δεν υπάρχει άλλο πιο ακριβές για αυτή τη θεωρία» (8). Έγραψε στον Ένγκελς τις σκέψεις του για τους όρους «επιστήμη» και Wisseschaft. Φρονούσε ότι η Wissenschaft είχε «πιο βαθύ, πιο οργανικό, πιο περίπλοκο» νόημα από την «επιστήμη των θετικιστών», που την αντικατέστησε στην Ιταλία. Για τον ίδιο λόγο, ο Λαμπριόλα προτίμησε την έκφραση «γενετική μέθοδος» από τον όρο «διαλεκτικός υλισμός». Η διαλεκτική στην Ιταλία είχε εκφυλιστεί σε ρητορεία και σοφιστεία. «Κανένας δεν γνωρίζει πια τη χεγκελιανή παράδοση» (9). Με το ίδιο πνεύμα διαμαρτυρήθηκε για τη «συμβατικότητα» και τις «στερεότυπες εκφράσεις» που μάστιζαν το σοσιαλιστικό τύπο (10).

 

Ο Λαμπριόλα συνεχώς αντιμαχόταν τον θετικιστικό και δαρβινικό μαρξισμό. Επέκρινε τη «μανία» των μαρξιστών που «φέρνουν μες στην επικράτεια του σοσιαλισμού όλη την υπόλοιπη επιστήμη» (11) και «επιδιώκουν να βρουν» εκείνη την «οικουμενική φιλοσοφία, στην οποία θα ταίριαζε πιθανόν ο σοσιαλισμός ως κέντρο των πάντων» (12). Αν και δεν απέρριπτε τον Δαρβίνο η την εξέλιξη, δεν δεχόταν την ταύτιση Μάρξ και Δαρβίνου. «Τι ωραία εικόνα! Υλισμός-Θετικισμός-Διαλεκτική, μια αγία τριάδα!» (13). Αν και ο Μάρξ και ο Ένγκελς υπολήπτονταν τον Δαρβίνο, είπε ο Λαμπριόλα, δεν τον θεωρούσαν «άνθρωπο που ανακάλυψε τους νόμους ολόκληρης της ανθρωπότητας» (14). «Η θεωρία μας δεν πρέπει να συγχέεται με τον δαρβινισμό, και δεν χρειάζεται να επικαλούμαστε εκ νέου τη σύλληψη μιας μυθικής, μυστικιστικής η μεταφορικής μορφής φαταλισμού». «Η ιστορία», συνόψισε περιεκτικά ο Λαμπριόλα, «είναι το έργο του ανθρώπου….οπότε δεν υπάρχουν λόγοι για να αναγάγουμε το έργο του ανθρώπου, που είναι η ιστορία, στον απλό αγώνα για την ύπαρξη» (15). Οι ενστάσεις του Λαμπριόλα για τις σημασιολογικές παραχωρήσεις στον θετικισμό δεν ήταν άστοχες. Στο έργο του η υλιστική αντίληψη της ιστορίας εξέτασε τις λαϊκές συλλήψεις της αιτιότητας στην ιστορία, όπως η τύχη η ο ντετερμινισμός. Δήλωσε ότι αυτές οι «επιφανειακές» προσεγγίσεις θα διαλυθούν μόλις εμφανιστεί μια «επιστημονική» κριτική-τουλάχιστον αυτό νομίζουν πως έγραψε οι αγγλόφωνοι αναγνώστες του (16). Ο Λαμπριόλα δεν χρησιμοποίησε εδώ τον όρο «επιστημονικός» έγραψε ότι αυτοί οι επιφανειακοί τρόποι θα εξαφανιστούν μόλις εμφανιστεί «lacriticadellaconoscenza», «η κριτική της συνείδησης» (17).

 

Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Λαμπριόλα δείχνουν την παρουσία του ιστορικού Χέγκελ. Πράγματι, στο πρώτο του έργο υπερασπίστηκε τον Χέγκελ εναντίον του Κάντ (18). Ως το τέλος παρέμεινε προσκολλημένος σε έναν χεγκελιανό πυρήνα του μαρξισμού στην ιδέα της ανθρωπότητας που αυτό-αναπαράγεται με την πράξιν της (19). Στους κόλπους των θεωρητικών της Β Διεθνούς, ο Λαμπριόλα ξεχώρισε ως ο δριμύτερος κριτικός του αγοραίου και θετικιστικού μαρξισμού (20). Η οξύτατη κρίση του ήταν από χεγκελιανή πέτρα. Κατάγγειλε τους «αγοραίους κήρυκες του μαρξισμού» που, περιστέλλοντας τον σε μια απλή θεωρία οικονομικής αλλαγής, του «έκλεβαν» την «εγγενή φιλοσοφία» του (21). Σε ένα από τα καλύτερα κείμενα του έγραψε:

 

«Ο κριτικός κομμουνισμός δεν κατασκευάζει επαναστάσεις, δεν προετοιμάζει εξεγέρσεις, δεν παρέχει στρατιές για ταραχές. Αναμειγνύεται με το προλεταριακό κίνημα, αλλά βλέπει και υποστηρίζει αυτό το κίνημα στην πλήρη κατανόηση που έχει, που μπορεί να έχει και που πρέπει να έχει, με όλες τις σχέσεις της κοινωνικής ζωής ως όλον. Κοντολογίς, δεν είναι ένα σεμινάριο στο οποίο εκπαιδεύονται ανώτεροι αξιωματούχοι του προλεταριάτου, αλλά είναι λίγο-πολύ η συνείδηση της επανάστασης και ιδίως η συνείδηση των δυσκολιών της»(22).

 

Εξ αιτίας της αργοπορημένης άφιξης του στον μαρξισμό και της περιφρόνησης του προς τα συστηματικά γραπτά, τα μείζονα έργα του Λαμπριόλα είναι λιγοστά και όλα γραμμένα μέσα σε λίγα χρόνια: Σε ανάμνηση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1895), Για τον ιστορικό υλισμό (1896), και Σοσιαλισμός και φιλοσοφία (1897). (Πέθανε το 1904). Εν τούτοις, άμεσα και έμμεσα ο Λαμπριόλα ενέπνευσε μια μαρξιστική γραμματεία που βασίστηκε στον ιστορικό Χέγκελ…..

 

 

 

Σημειώσεις

 

 

 

1) Λαμπριόλα στον Κάουτσκυ (8.10.1898), στο GiulianoProcaci, “AntonioLabriolaelarevisiondelmarxismoattraversolepistolarioconBernsteineconKautsky”, AnnaliFeltrinelli, III (1960), σελ 317.

 

2) Ίσως η καλύτερη παρουσίαση του Λαμπριόλα να είναι το βιβλίο του EugenioGarinIntroductiontoLabriolaLaconzecionematerialisticadellastoria (Bari 1967). Η αναγνωρισμένη βιογραφία είναι LuigiDalPane, AntonioLabriola (1935) (επανέκδ. Bologna, χ.χ) Βλ Bruno Widmar, “La giovinezza di Antonio Labriola”, Revista Storica del Socialismo, ΙΙΙ (1960), σ 639-676.

 

3) A.Labriola, Socialism and Philosophy (Chicago, 1918), σ 5-6

 

4) Ibid, σ 96 «Από καιρό έχω χάσει το χάρισμα να επαναλαμβάνω γραπτά τα πράγματα που εξέφραζα αυθόρμητα, με ρέοντα και ευέλικτο λόγο, όπως άρμοζε στην περίσταση, που αγκάλιαζαν πολλά παράπλευρα ζητήματα και έγεμαν αναφορών» (σ 146) Βλ τα σχόλια του Κρότσε για τον Λαμπριόλα ως δάσκαλο και συγγραφέα στο ”ComenacqueecomemoriilmarxismoteoricoinItalia (1895-1900)”, Materialismostoricoedeconomicamarxistica (Bari, 1961), σ 285.

 

5) Λαμπριόλα στον Ένγκελς (14.3.1894), στο A.Labriola, Lettere a Engels (Rome, 1949), σ 1942.

 

6) Labriola, “Del socialism”, στο Labriola, Scritti politici 1886-1904, επιμ V.Gerratana (Bari, 1970), σ 185.

 

7) Λαμπριόλα στον Ένγκελς (21.2.1891), στο Labriola, Lettere a Engels, σελ 10. Για τη διάδοση του Μαρξισμού εκείνα τα χρόνια βλ E.Hobsbawm, ‘Ladiffusiondelmarxismo (1890-1905)”. Studi Storici, XV (1974), σ 241-269.

 

8) A.Labriola, Εssays on the Materialistic Conception of History (Chicago, 1908), σ 13.

 

9) Λαμπριόλα στον Ένγκελς (13.6.1898), στο Labriola, Lettere a Engels, σελ 146-148

 

10) Λαμπριόλα στον Κάουτσκυ (29.08.1897), στο Procaci, “Antonio Labriola e la revision del marxismo. Παραπονέθηκε στον Μπερνστάιν ότι το DieNeueZeit δεν θα ήταν ποτέ «κριτικό περιοδικό» (σ.319).

 

11) Labriola, Socialism and philosophy, σ 100.

 

12) Ibid, σ 96

 

13) Ibid, σ 101

 

14) Ibid, σελ 105

 

15) A.Labriola, Εssays on the Materialistic Conception , σελ 120-121.

 

16) Ibid, σελ 101-102

 

17) Labriola, La conzecione materialistic, σ.65.

 

18) Α.Labriola, “Una risposta alia prolusion di Zeller” (1862), στο Labriola, Opere, επιμ F.Sbarber (Naples, 1972)

 

19) Labriola, Socialism and Philosophy, σ 43, 87. Tα ιταλικά “nel processo della praxis” γίνεται στην αγγλική μετάφραση “practical process”. Βλ La conzecione materialistic, σ 204.

 

20) Οι κριτικές στον Λαμπριόλα εστιάστηκαν στην ανάλυση του αναθεωρητισμού και της αποικιοκρατίας που έκανε. Βλ Enzo Santarelli, La revision del marxismo in Italia (Bari, 1971). OMarramao υποστηρίζει ότι ο Λαμπριόλα και ο Κάουτσκυ ήταν παρόμοιοι. Βλ και NicolaBadaloni, “Labriolapoliticoefilosofo”, CriticaMarxista, IX (1971), σ 16-35, GiovanniMastroianni, “IsaggidiAntonioLabriola”, StudiStorici, VI (1965), σ 329-341, και μια απάντηση: AugustoGuerra, “ DeterminismoelibertanellostoricimodiAntonioLabriola”, StudiStorici, VI (1965), σ 501-506.

 

21) Labriola, Socialism and philosophy, σ 501-506

 

22) A.Labriola, Εssays on the Materialistic Conception, σ 53.

 

 

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του RussellJacoby, Η Διαλεκτική της ήττας, εκδόσεις Νησίδες σ.σ. 53-55.

[Τα έντονα στοιχεία στο κείμενο είναι δικά μας.]

 

 

Πηγή: Praxis   

Καρλ Μαρξ: “Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις”

«Η αθλιότητα της φιλοσοφίας». Ο Μαρξ αποφάσισε να γράψει αυτό το έργο, στα τέλη του 1846, μόλις διάβασε το έργο του Προυντόν «Φιλοσοφία της αθλιότητας»

«Η αθλιότητα της φιλοσοφίας». Ο Μαρξ αποφάσισε να γράψει αυτό το έργο, στα τέλη του 1846, μόλις διάβασε το έργο του Προυντόν «Φιλοσοφία της αθλιότητας»

Καρλ Μαρξ: “Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις” (τελευταίο κεφάλαιο του έργου “Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας” – Απάντηση στον Προυντόν)

Οι απεργίες και οι εργατικές ενώσεις

Είναι το τελευταίο κεφάλαιο του έργου του Μαρξ, «Αθλιότητα της φιλοσοφίας», που ασκεί κριτική στον Προυντόν. Εδώ κριτικάρει την άποψη ότι η πάλη για αύξηση των μισθών οδηγεί νομοτελειακά στη γενική ανατίμηση των εμπορευμάτων, άποψη που καλούσε τους εργάτες να μην παλεύουν για αύξηση μισθών. Αποκαλύπτει το λαθεμένο της άποψης, μέσα από τη σχέση μισθών – κερδών, εδώ βρίσκεται η ουσία της εκμετάλλευσης. Αναφέρεται στην επίδραση που έχει η αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στις τιμές των εμπορευμάτων, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τους παράγοντες που επιδρούν στην πτώση του ποσοστού των κερδών. Τέλος, αναφέρεται στις εργατικές ενώσεις και τη σημασία τους, στην πολιτική πάλη των εργατών, στις παρεμβάσεις των καπιταλιστών στο κίνημα, αλλά και στο αναπόφευκτο της τελικής σύγκρουσης, για την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας.

«Κάθε κίνηση γι’ αύξηση στους μισθούς δεν μπορεί να ‘χει άλλο αποτέλεσμα από κείνο που έχει το ανέβασμα της τιμής του σταριού, του κρασιού κλπ. δηλαδή το αποτέλεσμα μιας σιτοδείας. Γιατί τι είναι ο μισθός; Ο μισθός είναι το αντίτιμο των εξόδων παραγωγής του σταριού κλπ., είναι ακέρια η τιμή κάθε πράγματος. Ας πάμε ακόμα πιο μακριά: Ο μισθός είναι η αναλογία των στοιχείων που συνθέτουν τον πλούτο και που καταναλώνονται γι’ αναπαραγωγή δυνάμεων, κάθε μέρα από τη μάζα των εργαζομένων. Λοιπόν, το να διπλασιάσουμε τους μισθούς… είναι σα να δίνουμε σε καθένα από τους παραγωγούς μεγαλύτερο μέρος απ’ όσο είναι το προϊόν του, πράγμα που είναι αντιφατικό. Κι αν η αύξηση των μισθών γίνει σ’ ένα μικρό αριθμό βιομηχανιών, είναι σα να προκαλούμε γενική αναταραχή στις ανταλλαγές, με μια λέξη, σ ι τ ο δ ε ί α… Είναι αδύνατο…, το δηλώνω ανοιχτά, οι απεργίες που φέρνουν αύξηση μισθών να μην καταλήξουν σε μια γενική ανατίμηση: αυτό είναι τόσο σίγουρο όσο και το πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα» (Προυντόν, Τόμ. Ι, σελ. 110-111).

 

Αρνιούμαστε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς έξω από το πως δυο και δυο κάνουν τέσσερα.

 

Πρώτα – πρώτα δεν υπάρχει γενική ανατίμηση. Αν η τιμή κάθε πράγματος διπλασιαστεί ταυτόχρονα με το μισθό, δεν υπάρχει αλλαγή στις τιμές, υπάρχει αλλαγή μονάχα στους όρους.

 

Υστερα, μια γενική αύξηση των μισθών δεν μπορεί ποτέ να φέρει μια περισσότερο ή λιγότερο, γενική, ανατίμηση των εμπορευμάτων. Πραγματικά, αν όλες oι βιομηχανίες χρησιμοποιούσαν τον ίδιο αριθμό εργατών σ’ αναλογία με το σταθερό κεφάλαιο ή με τα μέσα που χρησιμοποιούν, ένα γενικό ανέβασμα των μισθών, θα ‘φερνε μια γενική πτώση των κερδών κι η τρέχουσα τιμή των εμπορευμάτων δε θα πάθαινε καμιά αλλοίωση.

 

Μα καθώς η σχέση της χειροτεχνικής εργασίας με το σταθερό κεφάλαιο δεν είναι η ίδια στις διάφορες βιομηχανίες, όλες οι βιομηχανίες που χρησιμοποιούν σχετικά μεγαλύτερο όγκο σταθερού κεφαλαίου και λιγότερους εργάτες, θ’ αναγκαστούν αργά ή γρήγορα να ελαττώσουν την τιμή των εμπορευμάτων τους. Στην αντίθετη περίπτωση, στην περίπτωση που η τιμή των εμπορευμάτων τους δεν πέσει, το κέρδος τους θ’ ανεβεί πάνω από το κοινό ποσοστό των κερδών. Οι μηχανές δεν είναι μισθωτοί. Η γενική, λοιπόν, αύξηση μισθών θα χτυπήσει (θα βλάψει) λιγότερο τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν, σε σύγκριση μ’ άλλες, πιο πολλές μηχανές και λιγότερους εργάτες. Ωστόσο, επειδή ο συναγωνισμός έχει πάντα την τάση να ισοπεδώνει το ποσοστό κερδών, τα κέρδη που ανεβαίνουν πάνω από το κανονικό ποσοστό δε θα μπορούν παρά να ‘ναι παροδικά. Ετσι, έξω από μερικές ταλαντεύσεις, μια γενική αύξηση των μισθών, θα φέρει, αντί για γενική ανατίμηση, όπως το λέει ο κ. Προυντόν, μερική πτώση, δηλαδή πτώση στην τρεχούμενη τιμή των εμπορευμάτων που κατασκευάζονται, βασικά, με τη βοήθεια των μηχανών.

 

Η αύξηση κι η πτώση του κέρδους και των μισθών δεν εκφράζουν παρά την αναλογία που οι κεφαλαιούχοι κι οι εργαζόμενοι μετέχουν στο προϊόν μιας εργάσιμης μέρας, χωρίς να επιδρούνε στις περισσότερες περιπτώσεις, πάνω στην τιμή του προϊόντος.

 

Μα το πώς «οι απεργίες, που φέρνουν αύξηση μισθών, καταλήγουν σε γενική ανατίμηση ακόμα και σε σ ι τ ο δ ε ί α», αυτό είναι από κείνες τις ιδέες που δεν μπορούν να γεννηθούν παρά μονάχα μέσα στο μυαλό ενός ακατανόητου ποιητή.

Στην Αγγλία, οι απεργίες δώσανε κανονικά αφορμή για την εφεύρεση και τη χρησιμοποίηση μερικών καινούριων μηχανών. Οι μηχανές στάθηκαν, μπορεί κανένας να πει, το όπλο που μεταχειρίζονταν οι κεφαλαιοκράτες, για να τσακίσουν τη σε εξέγερση ειδικευμένη εργασία. Η αυτόματη κλωστική μηχανή (celfactingmule), – η μεγαλύτερη εφεύρεση της σύγχρονης βιομηχανίας – έθεσε εκτός μάχης τους εξεγερμένους κλώστες. Αν κι οι εργατικές ενώσεις κι οι απεργίες δε θα ‘χαν άλλο αποτέλεσμα απ’ το να ξεσηκώσουν ενάντιά τους τις δυνάμεις του μηχανικού δαιμονίου, ωστόσο, ασκήσανε πάντα τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη της βιομηχανίας.

 

«Βρίσκω», συνεχίζει ο κ. Προυντόν, σ’ ένα άρθρο, που δημοσίευσε ο κ. Λεόν Faucher (Φωσσέ) το Σεπτέμβρη του 1845, «πως, από κάμποσο καιρό και δώθε, οι Αγγλοι εργάτες έχασαν τη συνήθεια των ενώσεων (coalitions) πράγμα που είναι σίγουρα μια πρόοδος, που γι’ αυτή πρέπει να τους συγχαρούμε: μα η βελτίωση τούτη στο ηθικό των εργατών, προέχεται πάν’ απ’ όλα από την οικονομική τους μόρφωση. Ενας κλώστης εργάτης, σε μια συνέλευση του Μπόλτον, φώναξε πως οι μισθοί δεν εξαρτιούνται καθόλου απ’ τους εργοστασιάρχες. Σ’ εποχές καταπίεσης, τ’ αφεντικά είναι σα να λέμε, το μαστίγιο που παίρνει για όπλο η ανάγκη κι είτε το θέλουνε τ’ αφεντικά είτε όχι, πρέπει να χτυπούν. Η ρυθμιστική αρχή είναι η σχέση της προσφοράς με τη ζήτηση. Και τ’ αφεντικά δεν έχουν τούτη τη δύναμη… Μάλιστα! φωνάζει ο κ. Προυντόν. Να εργάτες μορφωμένοι, εργάτες υποδειγματικοί κλπ., κλπ. Τούτη η αθλιότητα έλειπε από την Αγγλία: δε θα περάσει τον Πορθμό» (Προυντόν, σελ. 261-262).

 

Απ’ όλες τις πόλεις της Αγγλίας, εκεί που αναπτύχθηκε περισσότερο ο ριζοσπαστισμός είναι το Μπόλτον. Είναι γνωστό πως οι εργάτες του Μπόλτον, είναι όσο δεν παίρνει επαναστατικοί. Από τη μάχη των μεγάλων αναταραχών που έγιναν στην Αγγλία για να καταργηθούν οι νόμοι για τα δημητριακά, οι Αγγλοι εργοστασιάρχες νόμισαν πως δε θα μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν διαφορετικά τους γαιοκτήμονες παρά βάζοντας μπροστά τους εργάτες. Μα καθώς τα συμφέροντα των εργατών δεν ήταν λιγότερο αντίθετα με τα συμφέροντα των εργοστασιαρχών, απ’ όσο αντίθετα ήταν τα συμφέροντα των εργοστασιαρχών με τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων, ήταν φυσικό να βρεθούν οι εργοστασιάρχες σε δεύτερη μοίρα στις συγκεντρώσεις των εργατών. Τι έκαμαν οι εργοστασιάρχες; Για να σώσουν τα προσχήματα, οργάνωσαν συγκεντρώσεις αποτελούμενες σε μεγάλο μέρος από επιστάτες και μικρό αριθμό εργάτες που τους ήταν αφοσιωμένοι και φίλους του εμπορίου όπως τους λέγανε σωστά. Οταν αργότερα oι εργάτες προσπάθησαν, όπως στο Μπόλτον και το Μάντσεστερ, να πάρουν μέρος σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις πλαστές αυτές εκδηλώσεις, τους απαγόρευσαν την είσοδο, λέγοντας πως αυτή ήταν μια συγκέντρωση με προσκλήσεις (ticketmeeting). Μ’ αυτήν τη λέξη εννοούν συγκεντρώσεις που γίνονται δεκτά μονάχα πρόσωπα εφοδιασμένα με δελτία εισόδου. Ωστόσο, oι τοιχοκολλημένες αγγελίες μιλούσαν για δημόσιες συγκεντρώσεις. Οσες φορές γίνονταν τέτοιες συγκεντρώσεις, οι εφημερίδες των εργοστασιαρχών, δημοσιεύανε πομπώδικα και λεπτομερειακά τους λόγους που εκφωνούνταν σ’ αυτές. Δε χρειάζεται να πούμε πως εκείνοι που εκφωνούσαν αυτούς τους λόγους ήταν οι επιστάτες. Οι εφημερίδες του Λονδίνου τους αναδημοσιεύανε κατά γράμμα. Ο κ. Προυντόν έχει το ατύχημα να παίρνει τους επιστάτες για τους συνηθισμένους εργάτες και να τους διατάζει να μην περάσουν τον πορθμό.

 

Αν στα 1844 και 1845 οι απεργίες είναι λιγότερο χτυπητές από πρωτύτερα, αυτό συμβαίνει γιατί το 1844 και 1845 ήταν τα δυο πρώτα χρόνια ανόδου που παρουσιάστηκαν στην αγγλική βιομηχανία, από το 1837 και δώθε. Ωστόσο κανένα από τα τρέιντ – γιούνιονς (εργατικά συνδικάτα) δεν είχε διαλυθεί.

Ας ακούσουμε τώρα τους επιστάτες του Μπόλτον. Σύμφωνα μ’ αυτούς, οι εργοστασιάρχες δεν είναι οι κύριοι του μισθού, γιατί δεν είναι οι κύριοι της τιμής του προϊόντος, γιατί δεν είναι οι κύριοι της παγκόσμιας αγοράς. Με τούτο το συλλογισμό, άφηναν να εννοηθεί πως δεν έπρεπε να κάνουν οι εργάτες ενώσεις για ν’ αποσπούν απ’ τους εργοδότες αύξηση μισθού. Αντίθετα, ο κ. Προυντόν τους απαγορεύει τις εργατικές ενώσεις από φόβο πως μια εργατική ένωση, μπορεί να ‘χει σαν αποτέλεσμα μιαν αύξηση μισθών, που θα οδηγούσε σε γενική σιτοδεία. Δεν έχουμε ανάγκη να πούμε πως μονάχα σ’ ένα σημείο υπάρχει εγκάρδια συνεννόηση ανάμεσα στους επιστάτες και στον κ. Προυντόν: το σημείο αυτό είναι πως αύξηση μισθών ισοδυναμεί με αύξηση στην τιμή των προϊόντων.

 

Μα ο φόβος σιτοδείας να ‘ναι τάχα η αληθινή αιτία για το θυμό του κ. Προυντόν; Οχι! Τα βάζει αφελέστατα με τους επιστάτες του Μπόλτον, γιατί προσδιορίζουν την αξία απ’ την προσφορά και τη ζήτηση και δε σκοτίζονται καθόλου για τη συστατική αξία, για την αξία που πέρασε σε κατάσταση σύστασης, μαζί με τη μόνιμη ανταλλακτική αξία κι όλες τις άλλες αναλογίες σχέσεις και σχέσεις αναλογίας, που μας εξασφάλισε η Θεία Πρόνοια.

 

«H απεργία των εργατών είναι παράνομη και δεν είναι μονάχα ο Ποινικός κώδικας που το λέει αυτό, μα και το οικονομικό σύστημα, η ανάγκη της “καθεστηκυίας” τάξης. Να μπορεί ο κάθε εργάτης ατομικά να διαθέτει ελεύθερα το άτομό του και τα χέρια του, αυτό μπορεί να γίνει ανεκτό, μα να προσπαθούν οι εργάτες με τις ενώσεις τους ν’ ασκήσουν βία στο μονοπώλιο, αυτό δεν μπορεί να το επιτρέψει η κοινωνία» (Τόμ. 1, σελ. 237 και 235).

 

Ο κ. Προυντόν, προσπαθεί να παρουσιάσει ένα άρθρο του Ποινικού Κώδικα σαν αναγκαίο και γενικό αποτέλεσμα των σχέσεων της αστικής παραγωγής.

 

Στην Αγγλία, οι εργατικές ενώσεις καθιερώθηκαν με νόμο ψηφισμένο από το κοινοβούλιο. Και κείνο που ανάγκασε το κοινοβούλιο να δώσει με νόμο τούτη την άδεια είναι το οικονομικό σύστημα. Στα 1825, όταν υπουργός ήταν ο Huskisson (Χούσκισον) και το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε να τροποποιήσει τη νομοθεσία για να την κάνει πιο σύμφωνη με μια κατάσταση πραγμάτων που προκύπτει από τον ελεύθερο συναγωνισμό, χρειάστηκε να καταργήσει αναγκαστικά όλους τους νόμους που απαγορεύανε τις εργατικές ενώσεις. Οσο περισσότερο αναπτύσσονται η σύγχρονη βιομηχανία κι ο συναγωνισμός, τόσο περισσότερα είναι τα στοιχεία που προκαλούνε και βοηθούνε τις εργατικές ενώσεις. Και μόλις οι εργατικές ενώσεις γίνουν οικονομικό γεγονός, αποχτώντας, μέρα με τη μέρα όλο και μεγαλύτερη σταθερότητα, δεν μπορούν ν’ αργήσουν να γίνουν νομικό γεγονός.

 

Ετσι, το άρθρο του Ποινικού Κώδικα δείχνει, το πολύ πολύ, πως η σύγχρονη βιομηχανία κι ο συναγωνισμός δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί αρκετά, στην εποχή της Συντακτικής Συνέλευσης και της Αυτοκρατορίας.

Οι οικονομολόγοι κι οι σοσιαλιστές συμφωνούνε σ’ ένα μονάχα σημείο: να καταδικάσουνε τις εργατικές ενώσεις – μόνο που δικαιολογούν διαφορετικά την καταδικαστική τους πράξη.

 

Οι οικονομολόγοι λένε στους εργάτες: μην ενώνεστε. Με τις Ενώσεις σας, εμποδίζετε την κανονική πορεία της βιομηχανίας, εμποδίζετε τους εργοστασιάρχες ν’ ανταποκρίνονται στις παραγγελίες, φέρνετε αναταραχή στο εμπόριο κι επιταχύνετε τη μεγάλη διάδοση των μηχανών που, αχρηστεύοντας την εργασία σας ως ένα βαθμό, σας αναγκάζουν να δεχτείτε ακόμα πιο μικρό, μισθό. Αλλωστε του κάκου αγωνίζεστε. Ο μισθός θα προσδιορίζεται πάντα απ’ την αναλογία των χεριών που ζητούνται με τα χέρια που προσφέρονται κι είναι γελοία κι επικίνδυνη η προσπάθειά σας να επαναστατείτε ενάντια στους αιώνιους νόμους της πολιτικής οικονομίας.

 

Οι σοσιαλιστές λένε στους εργάτες: μην οργανώνεστε, γιατί στο κάτω κάτω, τι θα κερδίσετε μ’ αυτό; Μιαν αύξηση μισθών; Οι οικονομολόγοι θα σας αποδείξουνε με ντοκουμέντα πως τις λίγες πεντάρες που θα μπορούσατε να κερδίσετε, σε περίπτωση επιτυχίας, για μερικές στιγμές, θα τις ακολουθήσει μια παντοτινή μείωση (μισθού). Ικανοί λογιστές θα σας αποδείξουνε πως θα χρειάζονταν χρόνια και χρόνια για να ξαναπιάσετε με την αύξηση των μισθών τα έξοδα που χρειάστηκε να κάνετε για να οργανώσετε και διατηρήσετε τις ενώσεις σας.

 

Κι εμείς θα σας πούμε με την ιδιότητά μας του σοσιαλιστή, πως ανεξάρτητα από τούτο το χρηματικό ζήτημα, δε θα μείνετε λιγότερο εργάτες, και τ’ αφεντικά θα μείνουν πάντα αφεντικά κι ύστερ’ από τις ενώσεις σας όπως και πρωτύτερα. Ετσι ούτε ενώσεις χρειάζονται, ούτε πολιτική. Γιατί, το να φτιάχνετε ενώσεις δε σημαίνει πως κάνετε πολιτική;

 

Οι οικονομολόγοι θέλουν να μείνουν οι εργάτες μέσα στην κοινωνία τέτοια που διαμορφώθηκε και τέτοια που την περιγράψανε και της βάλανε τη σφραγίδα τους στα εγχειρίδιά τους.

 

Οι σοσιαλιστές θέλουν ν’ αφήσουν οι εργάτες την παλιά κοινωνία, για να μπορέσουν να μπούνε καλύτερα στην καινούρια κοινωνία που τους προετοιμάσανε με τόση προνοητικότητα.

 

Ωστόσο, στο πείσμα των οικονομολόγων και των σοσιαλιστών, μ’ όλα τα εγχειρίδια και τις ουτοπίες, οι εργατικές ενώσεις δεν πάψαν ούτε μια στιγμή να προχωρούν και να μεγαλώνουν με την ανάπτυξη και την επέκταση της σύγχρονης βιομηχανίας. Βρίσκονται σήμερα σε τέτοιο σημείο ώστε ο βαθμός που έφτασε η ένωση των εργατών σε μια χώρα, δείχνει ολοκάθαρα το βαθμό που κατέχει αυτή στην ιεραρχία της παγκόσμιας αγοράς. Η Αγγλία, που η βιομηχανία έφτασε στον υψηλότερο βαθμό ανάπτυξης, έχει τις μεγαλύτερες και καλύτερα οργανωμένες εργατικές ενώσεις.

Στην Αγγλία, οι εργάτες δεν περιορίστηκαν σε μερικές ενώσεις, που δεν είχαν άλλο σκοπό από μια προσωρινή απεργία και που διαλύονταν μαζί μ’ αυτή. Σχημάτισαν μόνιμες εργατικές ενώσεις, Tradesunions (συνδικάτα), που χρησιμεύουν σαν προπύργιο στους εργάτες στην πάλη τους με τους εργοδότες. Σήμερα όλα τούτα τα τοπικά συνδικάτα βρίσκουν ενωτικό σημείο στη NationalAssociationofunitedTrades (Εθνικό Σύνδεσμο Συνδικάτων) που η Κεντρική του Επιτροπή βρίσκεται στο Λονδίνο κι αριθμεί κιόλας 80.000 μέλη. Η διαμόρφωση αυτών των απεργιών, των εργατικών ενώσεων, των συνδικάτων βάδισε ταυτόχρονα με τους πολιτικούς αγώνες των εργατών, που τώρα αποτελούν ένα μεγάλο πολιτικό κόμμα, με το όνομα Χαρτιστές. Οι πρώτες προσπάθειες των εργαζομένων να συνδεθούν μεταξύ τους, έγιναν με τη μορφή των εργατικών ενώσεων. Η μεγάλη βιομηχανία συγκεντρώνει σ’ ένα μονάχα μέρος πλήθος ανθρώπους, που είναι άγνωστοι μεταξύ τους. Ο συναγωνισμός χωρίζει τα συμφέροντά τους. Ωστόσο, η διατήρηση του μισθού, αυτό το κοινό συμφέρον που έχουν αντίκρυ στον εργοδότη του, τους ενώνει με μια μοναδική σκέψη αντίστασης – την εργατική ένωση. Ετσι, η εργατική ένωση έχει πάντα διπλό σκοπό: να σταματήσει το συναγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες για να μπορέσουν να κάνουν γενικό ανταγωνισμό στον κεφαλαιοκράτη. Αν ο πρώτος σκοπός αντίστασης στάθηκε η διατήρηση των μισθών, στο μέτρο που οι κεφαλαιοκράτες ενώνονται, με τη σειρά τους, με σκοπό να καταπιέσουν, οι εργατικές ενώσεις απομονωμένες στην αρχή, συγκροτιούνται σε ομάδες κι αντίκρυ στο πάντα ενωμένο κεφάλαιο, η διατήρηση του συνδέσμου τους γίνεται περισσότερο αναγκαία γι’ αυτούς από τη διατήρηση του μισθού. Αυτό είναι τόσο αληθινό, που οι Αγγλοι οικονομολόγοι παραξενεύονται πολύ να θυσιάζουν σοβαρό μέρος από το μισθό για να διατηρούνε συνδέσμους, που, στα μάτια των οικονομολόγων αυτών, γίνονταν μονάχα για χάρη του μισθού. Σε τούτη την πάλη – αληθινό εμφύλιο πόλεμο – συγκεντρώνονται κι αναπτύσσονται όλα τ’ αναγκαία στοιχεία για μια μελλοντική μάχη. Οταν ο σύνδεσμος φτάσει σε τούτο το σημείο, παίρνει πολιτικό χαρακτήρα.

 

Οι οικονομικές συνθήκες είχαν αρχικά μετατρέψει τη μάζα της χώρας σ’ εργάτες. Η κυριαρχία του κεφαλαίου δημιούργησε για τούτη τη μάζα κοινή θέση, κοινά συμφέροντα. Ετσι, η μάζα αυτή είναι πια μια τάξη αντίκρυ στο κεφάλαιο. Μα δεν έχει γίνει ακόμα τάξη για τον εαυτό της. Μέσα στην πάλη, που μονάχα μερικές της φάσεις έχουμε σημειώσει, τούτη η μάζα συνενώνεται, συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της. Τα συμφέροντα που υπερασπίζει γίνονται ταξικά συμφέροντα. Μα η τάξη είναι πάλη πολιτική.

 

Στην αστική τάξη ξεχωρίζουμε δυο φάσεις: τη φάση που στη διάρκειά της συγκροτήθηκε σε τάξη κάτω από το καθεστώς του φεουδαρχικού συστήματος και της απόλυτης μοναρχίας και τη φάση όπου, συγκροτημένη πια σε τάξη, ανέτρεψε το φεουδαρχικό σύστημα και τη μοναρχία, μεταβάλλοντας την κοινωνία σε αστική. Η πρώτη από τούτες τις φάσεις, στάθηκε η περισσότερο μακρόχρονη και χρειάστηκε τους πιο μεγάλους αγώνες. Και τούτη είχε όμοια αρχίσει με επιμέρους ενώσεις ενάντια στους φεουδάρχες.

 

Πολλές έρευνες έχουνε γίνει για να εξεταστούν οι διάφορες ιστορικές φάσεις που πέρασε η αστική τάξη από την κοινότητα ίσαμε τη συγκρότησή της σε τάξη.

 

Ωστόσο, όταν πρόκειται να εξεταστούν μ’ ακρίβεια οι απεργίες, οι εργατικές ενώσεις και οι άλλες μορφές, που μ’ αυτές οι προλετάριοι οργανώνονται, μπροστά στα μάτια μας σε τάξη, άλλους τους πιάνει πραγματικός φόβος, κι άλλοι δείχνουν αλαζονικά μιαν έσχατη περιφρόνηση.

Ο ζωτικός όρος για κάθε κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στον ταξικό ανταγωνισμό, είναι μια καταπιεζόμενη τάξη. Η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης επιβάλλει λοιπόν, απαραίτητα, τη δημιουργία μιας καινούριας κοινωνίας. Για να μπορέσει να απελευθερωθεί η καταπιεζόμενη τάξη, πρέπει να μην μπορούν πια να σταθούν πλάι – πλάι οι παραγωγικές δυνάμεις που αποχτηθήκανε πια κι οι κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουνε τώρα να μην μπορούν να συνυπάρξουν. Απ’ όλα τα μέσα παραγωγής η μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη υποθέτει πως υπάρχουν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να γεννηθούν μέσα στα σπλάχνα της παλιάς κοινωνίας.

 

Αυτό σημαίνει τάχα πως ύστερα από το γκρέμισμα της παλιάς κοινωνίας θα υπάρξει μια καινούρια μαζική κυριαρχία, που συνοψίζεται σε μια καινούρια πολιτική εξουσία; Οχι. Ο όρος για την απελευθέρωση της εργαζόμενης τάξης, είναι η κατάργηση κάθε τάξης, ακριβώς όπως κι ο όρος για ν’ απελευθερωθεί η μεσαία τάξη, η αστική τάξη, στάθηκε η κατάργηση όλων των παλιότερων καθεστώτων κι όλων των τάξεων.

 

Μέσα στην πορεία της ανάπτυξής της, η εργατική τάξη θ’ αντικαταστήσει την παλιά αστική κοινωνία με μια κοινωνία, που θ’ αποκλείσει τις τάξεις και τον ανταγωνισμό τους και δε θα υπάρχει πια η καθαυτό λεγόμενη πολιτική εξουσία, αφού η πολιτική εξουσία είναι ίσα – ίσα η επίσημη ανακεφαλαίωση του ανταγωνισμού μέσα στην αστική κοινωνία.

 

Στο μεταξύ ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, είναι πάλη τάξης με τάξη, πάλη που σα φτάσει στην ανώτερη έκφρασή της, γίνεται ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει, άλλωστε, να παραξενευόμαστε που μια κοινωνία, θεμελιωμένη πάνω στην αντίθεση των πραγμάτων καταλήγει σε μια βίαιη αντίφαση, σε μια σύγκρουση σώμα με σώμα σαν τελευταία λύση;

 

Μη λέτε πως οι κοινωνικοί αγώνες αποκλείουνε τους πολιτικούς αγώνες. Δεν υπάρχει ποτέ πολιτικός αγώνας που να μην είναι ταυτόχρονα και κοινωνικός.

 

Αυτό γίνεται μονάχα σε μια τάξη πραγμάτων όπου δε θα υπάρχουν πια τάξεις και ταξικοί ανταγωνισμοί, όπου οι κοινωνικές εξελίξεις θα πάψουν να ‘ναι πολιτικές επαναστάσεις. Ισαμε τότε, στις παραμονές κάθε γενικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η τελευταία λέξη της κοινωνικής επιστήμης θα ‘ναι πάντα:

 

«Αγώνας ή θάνατος: ματοκύλισμα ή αφανισμός. Ετσι ακαταμάχητα μπαίνει το ζήτημα.»  Γεωργία Σάνδη

Πηγή:  «Αθλιότητα της φιλοσοφίας», σελ.166-174, έκδ. «νέοι στόχοι»   via   erodotos.wordpress.com

 

 

Τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού (Για τη φύση της καπιταλιστικής κρίσης συσσώρευσης)

 k.marx

Τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού

 

 Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, την ανάγκη ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, της χειραφέτησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Συνέβαλε στην όξυνση των ανισομετριών και των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, στη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων στη διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα, στη ρευστότητα των συμμαχιών και στην ανάφλεξη παλαιών και νέων εστιών πολέμου.

 

 Η καπιταλιστική κρίση έδωσε συντριπτικό χτύπημα στις αστικές θεωρίες, π.χ. περί αειφόρου ανάπτυξης. Ανέδειξε ολοκάθαρα την όξυνση των αντιφάσεων και δυσκολιών της αστικής διαχείρισης και γενικότερα τις δυσκολίες για το πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η όποια ανάκαμψη σημειώθηκε ήταν ανισόμετρη, αναιμική, ενώ στην Ευρωζώνη και στην Ιαπωνία τη διαδέχτηκε νέα υποχώρηση. Ο επόμενος κύκλος της κρίσης σε διεθνές επίπεδο θα είναι ακόμα πιο βαθύς. Αυτή η πραγματικότητα φέρνει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα περάσματος στο σοσιαλισμό, αποκαλύπτοντας ότι τα ιστορικά όρια του καπιταλισμού είναι ξεπερασμένα.

 

 Εξετάζοντας το ζήτημα της οικονομικής βάσης κάθε κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και στην προκειμένη περίπτωση του καπιταλισμού, εξετάζουμε όχι πράγματα, όχι αντικείμενα, αλλά σχέσεις. Τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων κατά τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής της ζωής τους. Σε τελευταία ανάλυση τις σχέσεις κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Και ότι το «κεφάλαιο είναι η ενσάρκωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της μισθωτής εργασίας και όχι απλά μια παραγωγική επένδυση που έχει την ιδιότητα να παράγει αξίες χρήσης, προϊόντα».Η ενσάρκωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της μισθωτής εργασίας εκφράζεται με την ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.

 

 

 Για να πάψει να υπάρχει η εκμεταλλευτική σχέση της μισθωτής εργασίας, δηλαδή το κεφάλαιο, και να καταργηθεί η εκμετάλλευση, πρέπει να αντικατασταθεί η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να γίνει κοινωνική ιδιοκτησία. Δηλαδή, να αντικατασταθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής από το σοσιαλιστικό.

 

 Η ιστορικά ξεπερασμένη κοινωνία του καπιταλισμού εξελίσσεται σήμερα σύμφωνα με τις προβλέψεις και εκτιμήσεις του Μαρξ, σύμφωνα με τη θεωρία του, παρά την προσωρινή της νίκη με τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων. Μια καθ’ όλα πύρρειος νίκη, μιας κοινωνίας (καπιταλισμός) και μιας τάξης (αστική), που από την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού, στα 1871, περνούσε στην αντίδραση ενάντια σε μια κοινωνία (σοσιαλισμός) και μια τάξη (εργατική), για την οποία στην ίδια εποχή ο Μαρξ έγραφε: «Κι όμως, ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμη ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού -από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους- εκτός μόνο από τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες» («Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»).

 

 Ο Μαρξ ανακάλυψε επίσης τους νόμους εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας, των κοινωνιών και απέδειξε και απ’ αυτή τη σκοπιά, επιστημονικά, το αναπόφευκτο του περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, αποκαλύπτοντας πως αυτοί οι αντικειμενικοί νόμοι δρουν διά μέσου της δράσης των ανθρώπων, με κινητήριο μοχλό την ταξική πάλη, αφού «όλη η ως τώρα ιστορία των κοινωνιών είναι ιστορία της ταξικής πάλης» («Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος»).

 

 Ο ίδιος ο Μαρξ λέει γι’ αυτό: «Ό,τι καινούριο έκανα εγώ ήταν για να αποδείξω:

 

 1. ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής,

 

 2. ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου,

 

 3. ότι η ίδια αυτή η δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία». (Κ. Μαρξ – Φ. Ενγκελς, «Διαλεχτά Εργα», τ. 1, σελ. 530).

 

 Ο Ένγκελς σε άρθρο του με τίτλο «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ», γραμμένο την 1η και τη 13η του Μάρτη 1868 και δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ντεμοκράτισες Βόχενμπλατ» της 21 και της 28 του Μάρτη 1868, δηλαδή 140 χρόνια πιο πριν, γράφει τα εξής:

 

 «Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. Οσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Οουεν, ενός Σεν – Σιμόν ή ενός Φουριέ – επιφυλάχτηκε σ’ έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ’ όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία…

 

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι’ αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας – κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».

 

 Και απ’ αυτό το απόσπασμα του άρθρου του Ενγκελς, αποκαλύπτεται η αναγκαιότητα και προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας με την εκτίμηση «στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας – κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης».

 

 

Τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα

 

 Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του.

 

Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, και από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης που η αιτία της βρίσκεται στη βασική αντίθεση του καπιταλισμού.

 

Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του.

 

 Ας δούμε πώς το παρουσιάζει ο Μαρξ. «Εξάλλου, μια και το ποσοστό της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, το ποσοστό του κέρδους, αποτελεί το κίνητρο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (ακριβώς όπως η αξιοποίηση του κεφαλαίου αποτελεί το μοναδικό της σκοπό), η πτώση του ποσοστού του κέρδους επιβραδύνει το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό. Οι οικονομολόγοι, λοιπόν, που, όπως ο Ρικάρντο, θεωρούν απόλυτο τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, νιώθουν εδώ ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δημιουργεί φραγμό στον ίδιο τον εαυτό του, και γι’ αυτό αποδίδουν το φραγμό αυτό όχι στην παραγωγή, αλλά στη φύση (στη διδασκαλία για την γαιοπρόσοδο). Το κύριο, όμως, που τους κάνει να τρομάζουν μπρος στο μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, είναι η διαίσθηση ότι ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοντάφτει σ’ έναν φραγμό, που δεν έχει καμιά σχέση με την παραγωγή του πλούτου σαν τέτοιου. Και αυτός ο ιδιόμορφος φραγμός μαρτυράει τον περιορισμένο στο χρόνο και τον ιστορικό, παροδικό μόνο χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Μαρτυράει ότι δεν αποτελεί απόλυτο τρόπο παραγωγής για την παραγωγή του πλούτου, ότι μάλλον σε μια ορισμένη βαθμίδα έρχεται σε σύγκρουση με την παραπέρα ανάπτυξή του» («Το Κεφάλαιο» τρίτος τόμος, σελ. 306).

 

Πώς και γιατί προάγει την υπερπαραγωγή; Οι καπιταλιστές παράγοντας για το κέρδος είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ίδια η τάση του ποσοστού κέρδους να πέφτει τούς οδηγεί σ’ αυτό που σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή μέσα παραγωγής που αυξάνουν στον ίδιο χρόνο τη μάζα της παραγωγής εμπορευμάτων ακόμη και με λιγότερη χρησιμοποίηση εργατικής δύναμης, δηλαδή εργατών.

 

 Ας δούμε πώς το δίνει ο Μαρξ. «Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου έναντι του σταθερού, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ωθεί στην ανάπτυξη του εργατικού πληθυσμού, ενώ δημιουργεί διαρκώς τεχνητό υπερπληθυσμό. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εξεταζόμενη από την πλευρά της αξίας, επιβραδύνεται από το μειωνόμενο ποσοστό του κέρδους, και επιταχύνει έτσι τη συσσώρευση των αξιών χρήσης, η οποία με τη σειρά της επιταχύνει την πορεία της συσσώρευσης από άποψη αξίας.

 

Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα, που της αντιτάσσουν εκ νέου και σε πιο τεράστια κλίμακα αυτά τα όρια.

 

Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής, ότι η παραγωγή είναι μόνο παραγωγή για το κεφάλαιο και όχι αντίστροφα, ότι δηλαδή τα μέσα παραγωγής είναι απλά μέσα για μια διαρκώς διευρυνόμενη διαμόρφωση του προτσές της ζωής για την κοινωνία των παραγωγών. Τα όρια, μέσα στα οποία μόνο μπορούν να κινηθούν η διατήρηση και η αξιοποίηση της κεφαλαιακής αξίας, οι οποίες βασίζονται στην απαλλοτρίωση και στην πτώχευση της μεγάλης μάζας των παραγωγών, τα όρια αυτά βρίσκονται γι’ αυτό διαρκώς σε αντίφαση με τις μεθόδους παραγωγής, που είναι υποχρεωμένο να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο για το σκοπό του και που τείνουν προς απεριόριστη αύξηση της παραγωγής, προς την παραγωγή σαν αυτοσκοπό, προς την απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας. Το μέσο -απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ’ αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτό το ιστορικό του καθήκον και στις αντίστοιχές του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 316).

 

Η διαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του κεφαλαίου οδηγεί στην κρίση.

 

 

Η πτώση του ποσοστού κέρδους και η υπερπληθώρα κεφαλαίου

 

 Η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σημαίνει μείωση των εργατών, που συμβαδίζει με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο υπερπληθυσμός είναι οι άνεργοι. Η αναφορά στην αύξηση των αξιών χρήσης σημαίνει αύξηση της παραγωγής προϊόντων για πούληση στην αγορά που θα φέρει στους καπιταλιστές συσσώρευση κεφαλαίου. Εδώ δείχνει την τάση της απεριόριστης αύξησης της παραγωγής που απαιτεί την απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Που έρχεται όμως σε αντίφαση με τον περιορισμένο σκοπό της παραγωγής, το κέρδος. Το ποσοστό του οποίου πέφτει. Ταυτόχρονα, η πτώση του ποσοστού κέρδους που δεν αναπληρώνεται από τη μάζα του κέρδους δημιουργεί κεφάλαια που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν στην παραγωγή. Τα οποία καταλήγουν στις τράπεζες (Πίστη) και αξιοποιούνται απ’ αυτές είτε στα κερδοσκοπικά παιχνίδια μέσω και Χρηματιστηρίου (μετοχές, αγυρτεία), είτε ως αναπασχόλητο κεφάλαιο, γιατί δεν μπορεί να επενδυθεί. Είναι συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της πτώσης του ποσοστού κέρδους που οδηγεί σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου με κομμάτι του που μένει αναξιοποίητο. Εχουμε επομένως υπερσσυσώρευση κεφαλαίου, που δεν μπορεί να μπει στην παραγωγή. Δηλαδή σημάδι κρίσης.

 

 Σχετικά μ’ αυτό ο Μαρξ αναφέρει: «Με την πτώση του ποσοστού του κέρδους αυξάνει το ελάχιστο μέγεθος του κεφαλαίου, που απαιτείται να διαθέτει ο ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης για την παραγωγική χρησιμοποίηση της εργασίας, του κεφαλαίου που απαιτείται τόσο για την εκμετάλλευση της εργασίας γενικά, όσο και για να είναι ο ξοδεμένος εργάσιμος χρόνος, ο αναγκαίος για την παραγωγή των εμπορευμάτων χρόνος, και να μην ξεπερνάει ο χρόνος αυτός το μέσο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων. Και ταυτόχρονα αυξάνει η συγκέντρωση του κεφαλαίου, γιατί, πέρα από ορισμένα όρια, ένα μεγάλο κεφάλαιο με μικρό ποσοστό κέρδους συσσωρεύεται πιο γρήγορα από ένα μικρό κεφάλαιο με μεγάλο ποσοστό κέρδους. Αυτή η αυξανόμενη συγκέντρωση οδηγεί από την πλευρά της, όταν φθάσει ένα ορισμένο επίπεδο, σε νέα πτώση του ποσοστού του κέρδους. Η μάζα των μικρών κατακερματισμένων κεφαλαίων ωθείται έτσι στο δρόμο των περιπετειών: κερδοσκοπία, πιστωτική αγυρτεία, απάτη με τις μετοχές, κρίσεις. Η λεγόμενη πληθώρα του κεφαλαίου αναφέρεται ουσιαστικά πάντα στην πληθώρα εκείνη κεφαλαίου, για το όποιο η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν ισοσταθμίζεται από τη μάζα του -και τέτοιες είναι πάντα οι νέες σχηματιζόμενες φρέσκες καταβολάδες του κεφαλαίου- ή αναφέρεται στην πληθώρα εκείνη που, με τη μορφή της Πίστης, θέτει στη διάθεση των επιχειρηματιών των μεγάλων κλάδων παραγωγής, τα κεφάλαια εκείνα που μόνα τους είναι ανίκανα για αυτοτελή δράση. Η πληθώρα αυτή του κεφαλαίου απορρέει από τις ίδιες συνθήκες, που γεννούν ένα σχετικό υπερπληθυσμό, και γι’ αυτό αποτελεί ένα φαινόμενο που συμπληρώνει αυτόν τον τελευταίο, παρ’ όλο που και οι δυο βρίσκονται σε αντιτιθέμενους πόλους, αναπασχόλητο κεφάλαιο στη μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη.

 

Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων -αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαβαίνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων- δε σημαίνει λοιπόν τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 317).

 

 

Οι δυσκολίες αναπαραγωγής και οι τράπεζες

 

Στην κρίση υπάρχει συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορούν να επενδύσουν, σε συνδυασμό με αναξιοποίητο βιομηχανικό κεφάλαιο, δηλαδή δυσκολία συνέχειας της διευρυμένης αναπαραγωγής, με δεδομένο ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η παραγωγή, δηλαδή η πούληση εμπορευμάτων.

 

 «Στη διάρκεια της ίδιας της κρίσης, όταν ο καθένας έχει κάτι να πουλήσει και δεν μπορεί να το πουλήσει, ενώ είναι υποχρεωμένος να πουλήσει για να μπορεί να πληρώσει, ακριβώς τότε είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά η μάζα, όχι του αναπασχόλητου κεφαλαίου, του κεφαλαίου που ζητάει να επενδυθεί, αλλά η μάζα του κεφαλαίου που δυσκολεύεται στο προτσές της αναπαραγωγής του, όταν είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά και η έλλειψη πιστώσεων (και γι’ αυτό είναι μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά το προεξοφλητικό επιτόκιο των τραπεζιτών). Τότε μεγάλες μάζες του ήδη επενδυμένου κεφαλαίου είναι πράγματι αναπασχόλητες, γιατί σκαλώνει το προτσές αναπαραγωγής. Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες ύλες σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων. Δεν υπάρχει επομένως μεγαλύτερο σφάλμα από το να αποδίδουν την κατάσταση αυτή σε έλλειψη παραγωγικού κεφαλαίου. Τότε ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου, εν μέρει σε σχέση με την κανονική, για την ώρα όμως περιορισμένη, κλίμακα της αναπαραγωγής, εν μέρει σε σχέση με την ελαττωμένη κατανάλωση» («Το Κεφάλαιο», τρίτος τόμος, σελ. 609).

 

Αυτή η εκτίμηση αποκαλύπτει το γιατί οι κυβερνήσεις στηρίζουν οικονομικά τις τράπεζες. Ελλειψη πιστώσεων σημαίνει ότι λόγω κρίσης οι τράπεζες δε δανείζουν ή δε μεσολαβούν για τη συνέχιση του προτσές της παραγωγής και της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αφού υπάρχει υπερπαραγωγή, επομένως διακοπή της αναπαραγωγής, που σημαίνει κινδύνους αποπληρωμής δανείων, ενώ υπάρχει την ίδια ώρα αναξιοποίητο παραγωγικό κεφάλαιο. Υπάρχουν και οι κίνδυνοι να μην πραγματοποιηθούν πιστώσεις που έχουν ήδη δοθεί πριν το ξέσπασμα της κρίσης, τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια». Εδώ οι τράπεζες πρέπει να στηριχτούν όχι μόνο από τυχόν τέτοιες ζημιές, αλλά και από ζημιές λόγω κερδοσκοπικών δικών τους παιχνιδιών στα Χρηματιστήρια. Επίσης, από το «κούρεμα» των ομολόγων.

 

 

Ο ιστορικός χαρακτήρας του καπιταλισμού

 

 Ο Μαρξ έβλεπε την κοινωνία ως ενιαίο όλο, με την έννοια του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, κινούμενο από τις εσωτερικές αντιφάσεις, με βάση νόμους που διαμορφώνονται μέσω της δράσης των ανθρώπων. Χρησιμοποιεί ένα μοναδικό κριτήριο ωριμότητας για το πέρασμα της κοινωνίας σε ένα ανώτερο στάδιο, το σοσιαλιστικό, που είναι μεταβατική κοινωνία με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Το κριτήριο είναι η όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού.

 

 Ορισμένες από τις βασικές θέσεις που επεξεργάστηκε ο Μαρξ σχετικά μ’ αυτό περιέχονται στο «Κεφάλαιο», για τον ιστορικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος, την παγκόσμια αγορά.

 

 Ας δούμε πώς αναπτύσσει αυτές τις θέσεις στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 786 – 787, εξετάζοντας την «ιστορική τάση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης».

 

 «…από τη στιγμή που ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής στέκεται στα δικά του τα πόδια, από τη στιγμή αυτή αποχτούν μια νέα μορφή η παραπέρα κοινωνικοποίηση της εργασίας και η παραπέρα μετατροπή της γης και των άλλων μέσων παραγωγής σε μέσα παραγωγής που τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά, δηλαδή σε κοινά μέσα παραγωγής, επομένως αποχτάει νέα μορφή και η παραπέρα απαλλοτρίωση, των ατομικών ιδιοκτητών. Αυτός που είναι τώρα ν’ απαλλοτριωθεί δεν είναι πια ο εργάτης που διευθύνει μόνος το νοικοκυριό του, αλλά ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες.

 

Η απαλλοτρίωση αυτή συντελείται με το παιχνίδι των εσωτερικών νόμων της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων. Κάθε κεφαλαιοκράτης σκοτώνει πολλούς άλλους κεφαλαιοκράτες. Χέρι – χέρι μ’ αυτήν τη συγκεντροποίηση, δηλαδή με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού η οικονομία σ’ όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας, η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ’ αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Μαζί με τη διαρκή ελάττωση του ορισμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου, που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετατροπής, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάχτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ’ αυτόν τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ’ αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».

 

 Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι: Με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, η ατομική εργασία για την παραγωγή ενός προϊόντος μετατρέπεται σε κοινωνική (ο Μαρξ μιλάει για την επίτευξη της «κοινωνικής οργάνωσης του προτσές της εργασίας»), αφού πολλοί εργάτες μαζί δουλεύουν συνδυασμένα για την παραγωγή του. Αυτό συντελείται στην περίοδο ακόμη της «μανιφακτούρας», όπου διάφορα επαγγέλματα, αναγκαία για την παραγωγή προϊόντων που συνθέτουν ένα τελικό προϊόν, συνενώνονται κάτω από έναν κεφαλαιοκράτη για την παραγωγή αυτού του προϊόντος (π.χ. κατασκευή της άμαξας), είτε διάφοροι εργάτες εκτελούν τις διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας για την παραγωγή ενός προϊόντος (π.χ. παραγωγή χαρτιού). Το προϊόν που παράγεται στη «μανιφακτούρα», ο Μαρξ το ονομάζει «κοινωνικό προϊόν». Βεβαίως, στη μανιφακτούρα, συνενώνονται οι εργάτες από το κεφάλαιο, δημιουργείται ένας καταμερισμός της εργασίας, αλλά ο κάθε εργάτης δουλεύει με ξεχωριστά εργαλεία.

 

Με την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και το πέρασμα στη μεγάλη βιομηχανία, με τη χρήση των μηχανών, αναπτύσσονται τα μέσα παραγωγής, έτσι που κοινωνικοποιούν ολοένα και περισσότερο την παραγωγή και την εργασία. Η παραγωγή αναπτύσσεται σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα. Η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας, επομένως και την υπεραξία που αποσπά ο κεφαλαιοκράτης. Αυτό οδηγεί το κεφάλαιο στην ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη των μέσων παραγωγής με τη χρήση των μηχανών και την εξέλιξή τους, τις οποίες κινούν ολοένα και περισσότεροι εργάτες σε σχέση με πριν, αφού επίσης συνενώνονται ολοένα και περισσότερες διαδικασίες της κοινωνικής παραγωγής στο εργοστάσιο (μεγαλώνει η κοινωνικοποίηση). Αυτή η διαδικασία συγκεντρώνει την παραγωγή στη μεγάλη βιομηχανία, εξαρτά άλλες μικρότερες επιχειρήσεις απ’ αυτήν και σε μια πορεία τις εκτοπίζει από την παραγωγική διαδικασία (παραπέρα απαλλοτρίωση των ατομικών ιδιοκτητών, αυτός που είναι τώρα ν’ απαλλοτριωθεί είναι ο κεφαλαιοκράτης που εκμεταλλεύεται πολλούς εργάτες).

 Γι’ αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για μέσα παραγωγής, που «τα εκμεταλλεύονται κοινωνικά» και ότι «με την απαλλοτρίωση πολλών κεφαλαιοκρατών από λίγους, αναπτύσσεται σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα η συνεργατική μορφή του προτσές της εργασίας, η συνειδητή τεχνική εφαρμογή της επιστήμης, η σχεδιασμένη εκμετάλλευση της γης, η μετατροπή των μέσων εργασίας σε μέσα εργασίας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάχα από κοινού, η οικονομία σ’ όλα τα μέσα παραγωγής με τη χρησιμοποίησή τους σαν μέσων παραγωγής συνδυασμένης, κοινωνικής εργασίας». Δηλαδή, αυτή η διαδικασία της ολοένα και μεγαλύτερης συνένωσης (κοινωνικοποίηση) της παραγωγής και της εργασίας, συμβαδίζει με τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Που σημαίνει ότι τα μεγαλύτερα σε διαστάσεις κεφάλαια απορροφούν τα μικρότερα, και έτσι το κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε ολοένα και λιγότερους μεγιστάνες. Σ’ αυτό το αποτέλεσμα, οδηγεί επίσης ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους ξεχωριστούς ατομικούς καπιταλιστές.

 

Ολη αυτή η διαδικασία οδηγεί επίσης στην αύξηση της εκμετάλλευσης, αφού αποσπάται ολοένα και μεγαλύτερη υπεραξία, στο φτήνεμα της εργατικής δύναμης, στην ανεργία, έτσι που όσο μεγαλώνουν οι διαστάσεις του κεφαλαίου και συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια να αυξάνονται και η φτώχεια και η ανεργία.

 

Από τη μια, λοιπόν, μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο η κοινωνικοποίηση, από την άλλη, κάθε μεγιστάνας καπιταλιστής παράγει για δικό του όφελος, για την αύξηση των κερδών του, για την αύξηση των διαστάσεων του δικού του κεφαλαίου. Αυτό στέκεται εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνικής παραγωγής. Γι’ αυτό ο Μαρξ αναφέρει ότι «Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ’ αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας».

 

 

Το αντικειμενικό της εμφάνισης της μετοχικής εταιρείας

 

 Αυτό, δηλαδή «το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας», που μετατρέπεται στον καπιταλισμό σε κοινωνικό κεφάλαιο, κοινωνική καπιταλιστική ιδιοκτησία, εμφανίζεται μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό με την ίδρυση της μετοχικής εταιρείας. Σχετικά μ’ αυτό, ο Μαρξ, στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», σελ. 550, αναφέρει τα εξής:

 

 «Σχηματισμός μετοχικών εταιρειών. Επομένως:

 

1) Τεράστια επέκταση της κλίμακας της παραγωγής και των επιχειρήσεων, που ήταν αδύνατο να γίνουν από τα ξεχωριστά κεφάλαια. Ταυτόχρονα, τέτοιες επιχειρήσεις, που ήταν προηγούμενα κυβερνητικές, γίνονται εταιρικές.

 

2) Το κεφάλαιο, που αυτό καθ’ αυτό βασίζεται σε κοινωνικό τρόπο παραγωγής και που προϋποθέτει κοινωνική συγκέντρωση μέσων παραγωγής και εργατικών δυνάμεων, παίρνει εδώ άμεσα τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου (κεφαλαίου άμεσα συνεταιρισμένων ατόμων), σε αντίθεση προς το ατομικό κεφάλαιο, και οι επιχειρήσεις του εμφανίζονται σαν εταιρικές επιχειρήσεις, σε αντίθεση προς τις ατομικές επιχειρήσεις. Πρόκειται για την κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».

 

Αυτή η εξέλιξη φανερώνει και το γεγονός ότι αντικειμενικά υπάρχουν οι συνθήκες για μετατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική, δηλαδή είναι ώριμοι οι υλικοί όροι για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

 

Απ’ αυτήν την αντικειμενική εξέλιξη του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, διαπιστώνεται και η δυνατότητα κατάργησής του, η δυνατότητα αντικατάστασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις σοσιαλιστικές, η δυνατότητα μετατροπής της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.

 

 Για την προλεταριακή Πολιτική Οικονομία, οι κλασικοί έθεταν το καθήκον να βρει μέσα στις μορφές της οικονομικής εξέλιξης (σ.σ. του καπιταλισμού), που πηγαίνει προς το τέρμα, τα στοιχεία της μελλοντικής οργάνωσης της παραγωγής και της ανταλλαγής, που θα βοηθήσουν στον παραμερισμό αυτών των δεινών.

 

 Στο «Κεφάλαιο» διερευνώνται οι οικονομικές μορφές, η μετοχική επιχείρηση, το συνεταιριστικό εργοστάσιο, που πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να «χωρέσουν» τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου.

 

 Η συμβολή του Μαρξ είναι καθοριστική, γιατί αναφέρεται στην εξέλιξη του κοινωνικού πυρήνα, της σχέσης παραγωγής.

 

Στη μετοχική επιχείρηση παύει να υφίσταται ο ατομικός κεφαλαιοκράτης ως ιδιοκτήτης και διευθύνων της παραγωγής και εμφανίζεται η συλλογική ιδιοκτησία των μετόχων, που παραμένει όμως καπιταλιστική. Τη διεύθυνση ασκεί προσωπικό που μπορεί να βρίσκεται σε μισθωτή σχέση ή και να έχει πακέτο μετοχών.

 

 Ας το δούμε πολύ συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 551):

 

 «Μετατροπή του πραγματικά ενεργού κεφαλαιοκράτη σε απλό διευθυντή, διαχειριστή ξένου κεφαλαίου, και των ιδιοκτητών κεφαλαίου σε απλούς ιδιοκτήτες, απλούς κεφαλαιοκράτες του χρήματος (…) Στις μετοχικές εταιρείες η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία. Αυτό είναι αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία. Είναι, από την άλλη, σημείο περάσματος για τη μετατροπή όλων των λειτουργιών στο προτσές αναπαραγωγής, που συνδέονται ακόμα ως τώρα με την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, σε απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε κοινωνικές λειτουργίες».

 

Οι ιδιοκτήτες των μετοχικών εταιρειών είναι αυτοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους τις μετοχές των εταιρειών, γι’ αυτό ο Μαρξ κάνει λόγο για απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, αλλά δεν έχουν άμεση σχέση με τη λειτουργία της παραγωγής. Η λειτουργία της παραγωγής διευθύνεται από τους διευθυντές. Το ρόλο του κεφαλαιοκράτη που οργάνωνε και διηύθυνε την παραγωγή άμεσα ο ίδιος, αντικαθιστά τώρα ο διευθυντής. Ετσι η λειτουργία των επιχειρήσεων είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία. Με την εμφάνιση της μετοχικής εταιρείας, ο Μαρξ κάνει λόγο για «αναγκαίο σημείο περάσματος για την ξαναμετατροπή του κεφαλαίου σε ιδιοκτησία των παραγωγών, όχι όμως πια σαν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών παραγωγών, αλλά σαν ιδιοκτησία συνεταιρισμένων παραγωγών, σαν άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία». Δηλαδή η μετοχική εταιρεία, ως έκφραση συλλογικής μορφής ιδιοκτησίας του κεφαλαίου στα πλαίσια του καπιταλισμού, αποδεικνύει τις δυνατότητες περάσματος από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στην κοινωνική ιδιοκτησία. Επίσης το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου δεν έχουν πλέον σχέση με την οργάνωση και τη λειτουργία της παραγωγής, σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου είναι πλέον περιττοί, δε χρειάζονται για την ανάπτυξη της παραγωγής, των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτή μπορεί να αναπτύσσεται και χωρίς τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου. Ολες οι λειτουργίες της παραγωγής μπορούν να διεκπεραιωθούν από τους ίδιους τους άμεσους παραγωγούς, δηλαδή την εργατική τάξη, στο επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας (απλές λειτουργίες των συνεταιρισμένων παραγωγών, κοινωνικές λειτουργίες).

 

 

Μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο

 

Η μετοχική επιχείρηση, όπως και το συνεταιριστικό εργοστάσιο είναι αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και σημείο περάσματος σε ανώτερο τρόπο παραγωγής, τον κομμουνιστικό, που χαρακτηρίζεται από την κοινωνική ιδιοκτησία. Στη βάση αυτή αναπτύσσονται τα μονοπώλια, η κρατική ανάμειξη, ο παρασιτισμός στο χρηματιστήριο, ο ρόλος του πιστωτικού συστήματος. Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα στοιχεία που εμφανίζονται αργότερα στην οικονομική ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν και άλλους μαρξιστές. Τα μονοπώλια εκφράζουν μεγάλη κεφαλαιακή συσσώρευση μετοχικών επιχειρήσεων ή ομίλων επιχειρήσεων με συγκέντρωση μεγάλου μεριδίου αγοράς.

 

 Ας δούμε πώς το αναφέρει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» (τ. 3ος, σελ. 553):

 

 «Είναι η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και γι’ αυτό είναι μια αυτοαναιρούμενη αντίφαση, που πριν απ’ όλα παρουσιάζεται σαν απλό μεταβατικό σημείο προς μια νέα μορφή παραγωγής. Σαν τέτοια αντίφαση παρουσιάζεται επίσης στην εμφάνιση. Αποκαθιστά σε ορισμένες σφαίρες το μονοπώλιο και προκαλεί γι’ αυτό την ανάμειξη του κράτους. Αναπαράγει μια νέα οικονομική αριστοκρατία, παράσιτα νέου είδους, με τη μορφή σχεδιαστών, ιδρυτών και απλώς ονομαστικών διευθυντών. Ενα ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών. Πρόκειται για ατομική παραγωγή χωρίς τον έλεγχο της ατομικής ιδιοκτησίας».

 

Εδώ κάνει λόγο για κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό, με την έννοια ότι η ιδιοκτησία παίρνει συλλογική μορφή. Ταυτόχρονα, εδώ ο Μαρξ αναφέρεται και στη δημιουργία του μονοπωλίου, μαζί με τη μετοχική εταιρεία, ως «αποτέλεσμα της ανώτατης ανάπτυξης της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και για την ανάμειξη του κράτους, μαζί με την εμφάνιση του μονοπωλίου. Οπως κάνει λόγο και για τη σύμφυση του βιομηχανικού κεφαλαίου με το τραπεζικό, δηλαδή τη δημιουργία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο Λένιν, ως εξής: «Η πίστη θέτει απόλυτα μέσα σε ορισμένα όρια στη διάθεση του ξεχωριστού κεφαλαιοκράτη, ή αυτού που περνάει για κεφαλαιοκράτης, ξένο κεφάλαιο…».

 

 Για το μονοπώλιο, ο Ενγκελς αναφέρει συμπληρωματικά στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552): «Σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής. Μια επιτροπή του καρτέλ καθορίζει την ποσότητα των προϊόντων που θα παράγει κάθε επιχείρηση και κατανέμει τελεσίδικα τις παραγγελίες που γίνονται. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν μάλιστα από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή». Εδώ ο Ενγκελς αναφέρεται και στη συγκρότηση διεθνικών μονοπωλίων.

 

 

Για το συνεταιριστικό εργοστάσιο

 

 Σχετικά με το συνεταιριστικό εργοστάσιο ο Μαρξ («Κεφάλαιο», τ. 3ος, σελ. 555 – 556) αναφέρει τα εξής:

 

 «Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών των ίδιων των εργατών είναι, μέσα στα πλαίσια της παλιάς μορφής, το πρώτο ρήγμα στην παλιά μορφή, παρόλο που φυσικά παντού, στην πραγματική τους οργάνωση, αναπαράγουν και είναι υποχρεωμένα ν’ αναπαράγουν όλες τις ελλείψεις του υπάρχοντος συστήματος. Μέσα στα πλαίσιά τους όμως έχει αρθεί η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, αν και στην αρχή μόνο στη μορφή, γιατί οι εργάτες σαν συνεταιρισμός είναι οι ίδιοι ο κεφαλαιοκράτης του εαυτού τους, δηλαδή χρησιμοποιούν τα μέσα παραγωγής για την αξιοποίηση της δικής τους εργασίας. Τα εργοστάσια των συνεταιρισμών δείχνουν πως σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων και στις ανταποκρινόμενες σ’ αυτές κοινωνικές μορφές παραγωγής, αναπτύσσεται και διαμορφώνεται με φυσική αναγκαιότητα από τον έναν τρόπο παραγωγής ένας καινούριος τρόπος παραγωγής. Χωρίς το εργοστασιακό σύστημα, που ξεπηδάει από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί το εργοστάσιο του συνεταιρισμού και, ακόμα λιγότερο, χωρίς το πιστωτικό σύστημα, καθώς αποτελεί την κύρια βάση για τη βαθμιαία μετατροπή των κεφαλαιοκρατικών ιδιωτικών επιχειρήσεων σε κεφαλαιοκρατικές μετοχικές εταιρείες, προσφέρει εξίσου τα μέσα για τη βαθμιαία επέκταση των επιχειρήσεων των συνεταιρισμών πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα. Τις κεφαλαιοκρατικές μετοχικές επιχειρήσεις πρέπει να τις βλέπουμε εξίσου, όπως και τα εργοστάσια των συνεταιρισμών, σαν μεταβατικές μορφές από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στο συνεταιριστικό τρόπο…».

 

Επομένως, έχουμε την εμφάνιση των μεταβατικών μορφών από τον κεφαλαιοκρατικό, τον παλιό τρόπο παραγωγής, στο συνεταιριστικό, στο νέο τρόπο παραγωγής, που μπορεί, σύμφωνα με τον Μαρξ, να οργανωθεί «πάνω σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα». Αυτό αποδεικνύει ότι αντικειμενικά η κοινωνία βρίσκεται στο σημείο περάσματος στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής.

 

 Ο Μαρξ διερεύνησε, και διείδε στο «Κεφάλαιο», τις οικονομικές μορφές, που «πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να «χωρέσουν» τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου».

 

 

Ο Ένγκελς για το μονοπώλιο

 

 Ο Ενγκελς στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» (σελ. 552 – 553), αναφέρει διευκρινιστικά, σχετικά με τη διερεύνηση από τον Μαρξ της μορφής της μετοχικής εταιρείας στον καπιταλισμό και το γεγονός ότι οδηγεί στο μονοπώλιο, τα εξής:

 

 «Από τότε που ο Μαρξ έγραψε τα παραπάνω (σ.σ. για τη μετοχική εταιρεία), έχουν, όπως είναι γνωστό, αναπτυχθεί νέες μορφές της βιομηχανικής επιχείρησης, που εκπροσωπούν το δεύτερο και τον τρίτο βαθμό της μετοχικής εταιρείας. Στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα, με την οποία μπορεί να αυξηθεί σήμερα η παραγωγή σε όλους τους τομείς της μεγάλης βιομηχανίας αντιτάσσεται η διαρκώς αυξανόμενη βραδύτητα της επέκτασης της αγοράς γι’ αυτά τα αυξημένα προϊόντα. Αυτά που παράγει η βιομηχανία μέσα σε λίγους μήνες είναι ζήτημα αν η αγορά μπορεί να τα απορροφήσει μέσα σε λίγα χρόνια… Οι συνέπειες είναι γενική χρόνια υπερπαραγωγή, χαμηλές τιμές, κέρδη που πέφτουν ή ακόμα και κέρδη που εξαφανίζονται ολότελα. Κοντολογίς, η ανέκαθεν περιβόητη ελευθερία του συναγωνισμού βρίσκεται στα τελευταία της και υποχρεώνεται να αναγγείλει η ίδια την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεοκοπία της. Και γίνεται αυτό μάλιστα με το ότι σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής… Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν, μάλιστα, από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως, λ.χ., ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή. Αλλά ακόμα και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε.

Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους και αποκαθιστούσε πάλι το συναγωνισμό. Ετσι, σε μερικούς κλάδους, στους οποίους το επέτρεπε η βαθμίδα της παραγωγής, έφθασαν ως το σημείο να συγκεντρώσουν σε μια μεγάλη μετοχική εταιρεία με ενιαία διεύθυνση όλη την παραγωγή αυτού του κλάδου. Στην Αμερική αυτό έγινε ήδη πολλές φορές, στην Ευρώπη το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτού του είδους ως τώρα είναι το παράδειγμα του «United Alcali Trust», που συνένωσε στα χέρια μιας μόνο φίρμας όλη τη βρετανική παραγωγή αλκαλικών. Οι πρώην ιδιοκτήτες των – πάνω από τριάντα – ξεχωριστών εργοστασίων πήραν για όλες τους τις εγκαταστάσεις σε μετοχές την αξία τους, όπως εκτιμήθηκε, συνολικά κάπου 5 εκατομμύρια λίρες, που αποτελούν το πάγιο κεφάλαιο του τραστ. Η τεχνική διεύθυνση βρίσκεται στα ίδια ως τώρα χέρια, η διαχειριστική διεύθυνση όμως είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της Γενικής Διεύθυνσης. Το κυκλοφοριακό κεφάλαιο (floating capital) ύψους κάπου ενός εκατομμυρίου λιρών διατέθηκε για πούληση στο κοινό. Ετσι, το συνολικό κεφάλαιο του τραστ έφτασε τα 6 εκατομμύρια λίρες. Ετσι στον κλάδο αυτό, που αποτελεί τη βάση όλης της χημικής βιομηχανίας, ο συναγωνισμός στην Αγγλία αντικαταστάθηκε από το μονοπώλιο, που προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους».

 

Η εμφάνιση της μετοχικής επιχείρησης, ως αποτελέσματος της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, είναι η βάση εμφάνισης και ανάπτυξης των μονοπωλίων, που αναπτύσσονται και σε διεθνικό επίπεδο, όπως παραστατικά το περιγράφει ο Ενγκελς και όπως αργότερα ανέπτυξε και ο Λένιν.

 

Σ’ αυτή την παραστατική περιγραφή του Ενγκελς, αναδεικνύονται μια σειρά ζητήματα, όπως αυτό της κρίσης. Η υπερπαραγωγή και η αδυναμία της αγοράς να την απορροφήσει, η πτώση των κερδών, ακόμη και η εξαφάνιση κερδών. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει τα σημάδια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό. Η αδυναμία της αγοράς να απορροφήσει την παραγωγή και μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, επιδιώκοντας να αυξήσει τα κέρδη της (οι καπιταλιστές παράγουν για το κέρδος, αυτός ο νόμος κινεί τον καπιταλισμό), αυξάνει την παραγωγή, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν τα εμπορεύματα θα πουληθούν στην αγορά, χωρίς να γνωρίζει τις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής στο σύνολό τους. Απ’ αυτήν την άποψη, η παραγωγή είναι άναρχη. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση από την εργατική τάξη έχει ένα όριο, το οποίο δημιουργείται από τις σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και όχι από την αναγκαιότητα κάλυψης όλων των αναγκών της. Για παράδειγμα, η άνοδος της ανεργίας, αντικειμενική τάση στον καπιταλισμό, η μείωση των μισθών, η αύξηση των τιμών μειώνουν την αγοραστική δύναμη. Ετσι εμφανίζεται η υπερπαραγωγή, που δεν μπορεί να πουληθεί στην αγορά.

 

Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά τα αποτελέσματά της, τα κέρδη, τα ιδιοποιείται η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, το κάθε μονοπώλιο. Εχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή για περισσότερα κέρδη, αλλά η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή. Ετσι, επέρχεται η οικονομική κρίση, με την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρώτ’ απ’ όλα της εργατικής δύναμης.

 

 Για παράδειγμα, στις σύγχρονες συνθήκες, εμφανίζονται κλάδοι ολόκληροι με ζημιές στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες (κατασκευές, χάλυβας, μέταλλο, αερομεταφορές, τράπεζες, κ.λπ.). Εχουμε συνεχώς αύξηση της ανεργίας. Επομένως και καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.

 

Το καπιταλιστικό κράτος με την όποια παρέμβασή του, που υπάρχει και συνεχίζει, δεν μπορεί να αναιρέσει το αυθόρμητο στην καπιταλιστική παραγωγή, επομένως να βάλει τέρμα καταργώντας τον κύκλο της κρίσης. Την καπιταλιστική παραγωγή τη χαρακτηρίζει η αναρχία. Δεν μπορεί να υπάρξει γενικευμένη ρύθμιση και προγραμματισμός που να καταργήσουν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του συστήματος.

 

Ο καπιταλισμός, εκτός από την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζει την ανάπτυξή τους, αν δεν του αποφέρουν κέρδη. Παράδειγμα, τα ιατρικά μηχανήματα και εξοπλισμοί, που η πλατιά αξιοποίησή τους θα βελτίωνε αποφασιστικά την υγεία του λαού, υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μόνο στο βαθμό που η Υγεία εμπορευματοποιείται αποφέροντας κέρδη (ιδιωτικά νοσοκομεία, εργαστήρια κ.λπ.).

 

Αλλο ζήτημα που περιγράφει ο Ενγκελς είναι η εμφάνιση του μονοπωλίου, που σημαίνει κατάργηση του ελεύθερου συναγωνισμού, ανάμεσα στους ατομικούς καπιταλιστές, αφού μετοχική εταιρεία και μονοπώλιο σημαίνει συλλογική ιδιοκτησία κεφαλαίου. Ετσι, μερικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αντί να επιδιώκουν, καθεμιά ξεχωριστά, μέσω του ανταγωνισμού να απαλλοτριώσει η μία την άλλη, συνενώνουν τις δυνάμεις τους. Αυτό απαιτεί η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Μ’ αυτόν τον τρόπο απαλλοτριώνουν μικρότερους καπιταλιστές. Ετσι το μονοπώλιο κυριαρχεί. Αλλά δεν καταργεί τον ανταγωνισμό («και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους», λέει ο Ενγκελς).

 

Ολα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Αποδεικνύουν ότι η βασική αντίθεση του καπιταλισμού έχει οξυνθεί στο έπακρο. Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της αλλαγής των σχέσεων παραγωγής.

 

 Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η εξέλιξη, δηλαδή η μετοχική εταιρεία, το μονοπώλιο, «προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους». Είναι η μορφή που αποκαλύπτει τις δυνατότητες οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής στο επίπεδο ολόκληρης της χώρας («της συνολικής κοινωνίας, του έθνους», ή, όπως έλεγε ο Μαρξ, «σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα»). Απ’ αυτή τη σκοπιά είναι μεταβατική μορφή για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

 

Πηγή:  Ριζοσπάστης     via   LeninReloaded   

 

 

 

Οικονομικές ρίζες της εδραίωσης του ναζισμού

eggofsnake 

 

 του Ο.Π.

 Ένας μέσος ιστοριοδίφης θα γνωρίζει πως η δωδεκάχρονη διακυβέρνηση της Γερμανίας από το ναζιστικό κόμμα δεν είχε να επιδείξει από μεριάς ενός πληθυσμού άνω των 80 εκατομμυρίων (με τις προσαρτήσεις μέχρι το 1939) ένα κίνημα, έστω παράνομο, αμφισβήτησης των επιλογών της ηγεσίας. Η πτώση του ναζιστικού καθεστώτος επήλθε από εξωγενείς παράγοντες ακόμα και στην ύστατη καμπή του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Αυτό σε αντιδιαστολή, τόσο με την τροπή των γεγονότων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και με την τύχη άλλων ηγεσιών των δυνάμεων του Άξονα. Υπενθυμίζεται πως η καϊζερική Γερμανία κλυδωνίστηκε από μια ένοπλη επανάσταση στα μετόπισθεν στα τέλη του 1918 – αρχές του 1919. Η δε μουσολινική Ιταλία ένιωσε τους τριγμούς από το 1943: η συνδυασμένη προώθηση των Συμμάχων βρήκε μια ενεργό συμμετοχή ιταλικού πληθυσμού, κατάληξη της οποίας ήταν ο απαγχονισμός του δικτάτορα από Ιταλούς Παρτιζάνους το 1945. Αυτό το κενό στην ιστορία της Γερμανίας φαντάζει ακόμα πιο τραγικό αν αναλογιστούμε τι ακριβώς περιλάμβαναν οι επιλογές της ναζιστικής ηγεσίας.

 

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να θίξει μια παλιότερη θέση που ενυπήρχε εδώ και δεκαετίες στη μαρξιστική γραμματεία και δη τις αναλύσεις για το διαχωρισμό του πλανήτη σε χώρες εξαρτημένες και επικυρίαρχες και πώς αυτή η ιεραρχία κρατών και κεφαλαίων επιδρά στο βιοτικό επίπεδο του μεγαλύτερου ποσοστού των κοινωνιών (που ήταν και παραμένει μισθοσυντηρούμενο ή εν γένει εργαζόμενο) της δεύτερης κατηγορίας χωρών. Αντί μιας παρουσίασης της σχέσης κεφαλαίου – εργασίας ως μια σχέσης που εκδηλώνεται πανομοιότυπη σε κάθε μια χώρα που λειτουργεί με καπιταλιστικούς όρους, αναδεικνύεται και στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, δηλαδή του Μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το πώς η σχέση κεφαλαίου – εργασίας για τη Γερμανία επικαθορίζεται από τη θέση της Γερμανίας στη βαθμίδα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

 

Αν λοιπόν οι Μαρξ και Ένγκελς εντόπιζαν την οικονομική ρίζα για την παθητική μεταρρυθμιστική και παρασιτική υπόσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας τον 19ο αιώνα στη παγκόσμια θέση της Αγγλίας και των οφελών και κερδών που έβγαζε, δεν θα μπορούσε παρεμφερής ανάλυση να γίνει για την επιδίωξη και μετέπειτα πραγματικότητα της Ναζιστικής Γερμανίας σε βάρος λαών και κρατών της Ευρώπης1; Σε γράμμα του στον Κάουτσκι, της 12ης του Σεπτέμβρη 1882, ο Ένγκελς έγραφε: «Με ρωτάτε τι σκέπτονται οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική; Το ίδιο ακριβώς που σκέπτονται για την πολιτική γενικά. Εδώ δεν υπάρχει εργατικό κόμμα, υπάρχει μόνο συντηρητικό και φιλελεύθερο-ριζοσπαστικό κόμμα και οι εργάτες ατάραχα (υπογράμμιση δική μου) μαζί με αυτά απολαμβάνουν τα οφέλη από το αποικιακό μονοπώλιο της Αγγλίας και από το μονοπώλιό της στην παγκόσμια αγορά». Και πιο πριν, το 1858, θα γράψει στον Μαρξ: «Ουσιαστικά, το αγγλικό προλεταριάτο όλο και περισσότερο αστοποιείται, με συνέπεια αυτό το πιο αστικό απ’ όλα τα έθνη να θέλει, όπως φαίνεται, να οδηγήσει τα πράγματα σε τελευταία ανάλυση ως το σημείο που δίπλα στην αστική τάξη να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο. Φυσικά, αυτό είναι ως ένα ορισμένο βαθμό νομοτελειακό για ένα έθνος που εκμεταλλεύεται όλο τον κόσμο (υπογράμμιση δική μου)»2.

 

Στην προσπάθεια αναζήτησης μιας υλικής βάσης για τη ρατσιστική και μισάνθρωπη ιστορία του Εθνικοσοσιαλισμού ο GotzAli έγραψε το 2005 το βιβλίο Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ, ληστεία, φυλετικός πόλεμος και εθνικοσοσιαλισμός (ελλ. εκδ. Κέδρος). Η έκδοση του βιβλίου παρουσιάζει μια διαφορετική ερμηνεία από αυτές που συνήθως επικρατούν. Ο Αλί αποφεύγει να επιρρίψει μονομερώς τις ευθύνες στον τρελό αλλά χαρισματικό στην πειθώ δικτάτορα, στους φυλετικούς ιδεολόγους που παραπλάνησαν για 12 χρόνια το γερμανικό λαό παρά τη θέλησή του, στους τραπεζίτες, στους κύριους των μονοπωλίων, στους στρατηγούς και στις ομάδες δολοφόνων. Ο Αλί απορρίπτει τις παραπάνω ερμηνείες ως αμυντικές στρατηγικές που καλλιεργήθηκαν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην Αυστρία και στην Ομοσπονδιακή Γερμανία για να προσφέρουν στην εκάστοτε πλειοψηφία του πληθυσμού ένα αδιατάρακτο παρόν και μια ήσυχη συνείδηση.

 

 

 

 

1. Μόνο μαστίγιο και καθόλου καρότο;

 

Μία λογική και συνηθισμένη εξήγηση για την απουσία αντιπολίτευσης και εναντίωσης θα ήταν η κρατική τρομοκρατία που επέβαλλαν οι Ναζί σε οτιδήποτε εχθρικό προς αυτούς και η οποία κατασίγαζε κάθε είδους αντιπολίτευση από το να εκδηλωθεί.

 

Ο Αλί ισχυρίζεται από τη μεριά του πως δεν χρειαζόταν να κατασκοπευτεί ολόκληρος ο γερμανικός πληθυσμός ούτε να απειληθεί με φυλάκιση. Για τους περισσότερους μάλλον το καρότο ήταν αυτό που υπερίσχυε του μαστιγίου. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού αναφέρει πως στη Ανατολική Γερμανία (ΛΔΓ) για 17 εκατομμύρια κατοίκων υπήρχαν 190.000 πλήρως εργαζόμενοι στη Στάζι την ώρα που η Γκεστάπο διέθετε το 1937 μόλις 7.000 συνεργάτες ενώ η υπηρεσία ασφαλείας SD σαφώς λιγότερους για να παρακολουθήσουν 60 εκατομμύρια. Εδώ οφείλουν να γίνουν μερικές διορθώσεις που όμως δεν αλλάζουν τον πυρήνα του ισχυρισμού. Τα νούμερα δεν παρατίθενται με κάποια πηγή, η ακριβέστερη εικόνα είναι πως στην Ανατολική Γερμανία κατά το τέλος της ύπαρξής της ο αριθμός των πλήρως εργαζόμενων στη Στάζι ήταν γύρω στις 90.000 και οι ανεπίσημοι συνεργάτες και πληροφοριοδότες κυμαίνονταν άνω των 150.000. Για σύγκριση αναφέρει τον αριθμό των 7.000 εργαζομένων στην Γκεστάπο το 1937, που διασταυρώνεται και από άλλη πηγή, για τον πληθυσμό των 60 εκατομμυρίων. Το 1941 ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί με 4.000 από αυτούς να είναι εκτός της δικαιοδοσίας του Γερμανικού Ράιχ. Ενώ η υπηρεσία Ασφαλείας (SD) είχε σαφώς λιγότερους, το 1944 αριθμούσε 6.482 άτομα.

 

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προπολεμικά είναι άλλος ένας δείκτης κατά τον Αλί, με μόνο 4.7613 κρατούμενους το 1936 συμπεριλαμβανομένων εγκληματιών και αλκοολικών. Αυτό είναι μεν ένα ορθό νούμερο πλην όμως ελλιπές καθώς δεν συμπεριλαμβάνει τον αριθμό των εγκλείστων στις φυλακές που ανερχόταν περίπου στις 100.000 το 1939 και 25.000 την ίδια χρονιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η διόγκωση του συστήματος των στρατοπέδων θα εκτιναχτεί στα χρόνια του πολέμου, με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου και την εξολόθρευση μη-“Άριων” Γερμανών και πολιτών από τις κατεχόμενες χώρες, κυρίως Εβραίων, Αθίγγανων και άλλων σε στρατόπεδα θανάτου πλέον. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει πως το προπολεμικό επίπεδο εγκλεισμού κυμαίνονταν σε ένα μέσο επίπεδο για τα σημερινά δεδομένα καπιταλιστικών χωρών με περίπου 200 έγκλειστους ανά 100.000 κατοίκους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το προπολεμικό ναζιστικό κράτος δεν ήταν ένα αστυνομικό δικτατορικό κράτος χωρίς αστικές ελευθερίες, πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς πως τα κατεξοχήν θύματα της ναζιστικής τρομοκρατίας ποσοτικά και ποιοτικά, πέραν της οικονομικής εκμετάλλευσης που θα αναφερθεί ακροθιγώς παρακάτω, ήταν αλλοδαπά και “αλλοφυλετικά”.

 

 

 

2. Η επούλωση του τραύματος του 1918

 

Ο Αλί απαντάει στο ερώτημα πώς κατάφερε ο ναζισμός να καταστεί δημοφιλής παρά την πανθομολογούμενή του πρόθεση να εμπλακεί εκ νέου σε πόλεμο. Πώς κατάφερε να υπερκεράσει τους φόβους μιας καταστροφής όπως αυτή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Ερμηνεύει την υποστήριξη ακόμη και επί πολέμου στην ανάδειξη της κυρίαρχης προπαγανδιστικής εξιστόρησης του τραύματος του 1918. Για τον Χίτλερ και τους Ναζί το τραύμα δεν θα άνοιγε εκ νέου. Το τρίπτυχο τραύμα που άφησε ο πόλεμος περιλάμβανε την πείνα με 400.000 θύματα, την υποτίμηση του νομίσματος και τη φλόγα του εμφυλίου πολέμου. Αυτό το τεκμηρίωναν ρίχνοντας την ευθύνη για την ήττα του 1918 στους πλουτοκράτες με το δανεισμό για τις πολεμικές ανάγκες και τους κομμουνιστές που προκάλεσαν τον εμφύλιο πόλεμο στα μετόπισθεν καταφέροντας ένα πισώπλατο χτύπημα.

 

Οι δύο αυτές κατηγορίες ταυτίστηκαν στη ρατσιστική προπαγανδιστική τακτική με τον Εβραίο· κατά συνέπεια έπρεπε να τσακιστεί το εσωτερικό μέτωπο προς όφελος του εξωτερικού μετώπου για να μην γίνουν πραγματικότητα οι αλληλοσυμπληρούμενοι φόβοι. Ο μεν Εβραίος πλουτοκράτης κατέστρεφε τη μεσαία τάξη και έστελνε την εργατική τάξη και την αγροτιά στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου, ο δε Εβραίος Μπολσεβίκος συμβόλιζε την καταστροφή των πάντων, το τέλος της ευγένειας, των ηθών και της θρησκείας, του νόμου και της νόμιμα αποκτημένης περιουσίας και τη διάλυση κάθε έννομης τάξης. Έπραξαν λοιπόν αναλόγως, τα αριστερά κόμματα απαγορεύτηκαν και οι ηγέτες τους αδρανοποιήθηκαν ενώ ταυτόχρονα κατάφερε το ναζιστικό κράτος από πιο αδύναμο αφετηριακό σημείο στις απαρχές του πολέμου να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο με τρέχοντα έσοδα χωρίς να υποθηκευτεί το μέλλον της χώρας στον “Εβραίο – Τραπεζίτη” ή στον “Εβραίο – Μπολσεβίκο”.

 

Ο Αλί αναφέρει πως το 50% των πολεμικών αναγκών καλύφθηκε από τρέχοντα έσοδα και όχι δανεικά σε αντίθεση με το 13,1% του πρώτου πολέμου. Το υπόλοιπο κόστος για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κατά 24,8% “κυμαινόμενο χρέος”, ακριβέστερα εκτύπωση νέου χρήματος και το υπόλοιπο 62,1% μακροπρόθεσμα δανειακά χρεόγραφα από τη γερμανική αστική τάξη4. Συν τοις άλλοις όπως φαίνεται και με στοιχεία παρακάτω ήταν η πολεμική προετοιμασία που έθεσε τη Γερμανία εκ νέου στα πόδια της και ο ίδιος ο πόλεμος που θα εξασφάλιζε με τη νικηφόρα του έκβαση όπως ήθελε η ναζιστική προπαγάνδα την ευημερία όλου του γερμανικού λαού εις βάρος άλλων.

 

 

 

3. Η εξάλειψη της ανεργίας

 

Η μεσοπολεμική Γερμανία ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929 γνώρισε υψηλά επίπεδα ανεργίας. Χαρακτηριστικά, στα τέλη του 1925 ο αριθμός των ανέργων ανέρχονταν σε 1 εκατομμύριο, τον Μάρτιο του 1926 σε 3 εκατομμύρια5, στις αρχές του 1929 σε 2,5 εκατομμύρια και το 1932 ο 1 στους 3 εργάτες ήταν άνεργος με τον αριθμό να φθάνει στα 6 εκατομμύρια6. Ο Χίτλερ και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα βρήκαν πρόσφορο έδαφος για την προπαγάνδα τους που έτασσε “Δουλειά, δουλειά, δουλειά”. Δεν ήταν τυχαίο πως κατά τις εκλογές του 1933 το 40% των ψηφοφόρων του Χίτλερ κατατάσσονταν στην ευρύτερη εργατική και μισθοσυντηρούμενη τάξη. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς πως η προεκλογική εξαγγελία ήταν άλλη μια υπόσχεση όπως πολλές από αυτές που ακούγονται προεκλογικά σε αστικές δημοκρατίες, η ιστορία όμως έδειξε πως όντως η ανεργία, μαζί είναι η αλήθεια με την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, εξαλείφθηκε εντός 5 χρόνων7, ενώ άλλοι ιστορικοί αναφέρουν πως η μάχη ενάντια στην ανεργία είχε κερδηθεί ήδη από το 1936 κάτι που αναγνώριζε η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού8. Ο Χίτλερ υποσχέθηκε θέσεις εργασίας και όντως η πολεμική εγρήγορση και προετοιμασία έφερε θέσεις εργασίας για εκατομμύρια πρώην ανέργους. Γεγονός που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να περάσει απαρατήρητο ως προς την αφαίρεση της βάσης υποστήριξης των αριστερών κομμάτων που παραδοσιακά στηλιτεύουν τον εφεδρικό στρατό εργατών που δημιουργεί το καπιταλιστικό σύστημα.

 

Η εξάλειψη της ανεργίας είναι ίσως και το πιο προβαλλόμενο στοιχείο που συχνά πυκνά αναφέρεται για τη συναίνεση που έφερε το ναζιστικό οικονομικό πρόγραμμα9. Παρακάτω θα αναφέρουμε κι άλλες πτυχές για το πώς δημιουργήθηκε μια παθητική συναίνεση στα εγκλήματα των Ναζί.

 

 

 

4. Οι αριοποιήσεις της οικονομίας

 

Ο Αλί αναφέρει πως η προετοιμασία για τον πόλεμο είχε φέρει υπέρογκα χρέη και πως τα δημόσια ταμεία χρειάζονταν χρήμα. Για την αποφυγή μιας πιθανότητας πτώχευσης η Γερμανία επιλέγει ως διέξοδο στο εσωτερικό την αριοποίηση και τον πόλεμο για να καταστεί η αφαίμαξη της ανατολής εχέγγυο μιας σταθερότητας για τον “άριο” γερμανικό πληθυσμό πίσω στην πατρίδα.

 

Ο Αλί στο βιβλίο του καταφέρνει να παρουσιάσει το γενικότερο οικονομικό κίνητρο πίσω από τις προπολεμικές “αριοποίησεις” των εβραϊκών περιουσιών και λοιπών χρηματιστικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Άλλες παρουσιάσεις του φαινομένου, όπως αυτή του Βρετανού ιστορικού Ρίτσαρντ Έβανς, αποτυγχάνουν να εξηγήσουν το γιατί αυτής της πολιτικής αλλά καταφεύγουν σε μια ιδεολογική κατά κύριο λόγο αιτιολόγηση: Οι Ναζί είχαν μια σοσιαλιστική ρητορεία στις απαρχές του κινήματός τους και κατά την πορεία τους προς την εξουσία νέρωσαν το κρασί τους καταλήγοντας ό,τι είχε μείνει από αυτήν να είναι ο στόχος της αποπομπής του ρόλου των Εβραίων στην οικονομία10.

 

Αν και κατασχέσεις συνοδευόμενες από πογκρόμ λάμβαναν χώρα από το 1933, κερδισμένοι από αυτές ήταν ιδιώτες, κάποιες δεκάδες χιλιάδες μη-Εβραίοι Γερμανοί. Το 1938 σηματοδότησε μια αλλαγή αφού τότε η εβραϊκή περιουσία κρατικοποιήθηκε κανονικά και με το νόμο. Με διάταξη στις 26 Απριλίου 1938 καλούνταν όλοι οι Εβραίοι να δηλώσουν την περιουσία τους με κάθε λεπτομέρεια αν αυτή ξεπερνούσε τα 5.000 μάρκα (να σημειωθεί πως κατά τον Αλί μόνο το 16% των Εβραίων στο Αμβούργο είχε περιουσία άνω των 5000 μάρκων, ενώ 200 μάρκα μικτά ήταν ένας καλός μηνιαίος μισθός το 1939 ). Η διάταξη είχε ως σκοπό την αναγκαστική ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων κάθε είδους με κρατικά ομόλογα. Ήταν δηλαδή ένα αναγκαστικό κρατικό δάνειο που έδινε ένα περιθώριο αρκετών δισεκατομμυρίων μάρκων για το ταμείο του επικείμενου πολέμου. Η υλική βάση πίσω από τις αριοποίησεις ήταν το επικίνδυνο σημείο υπερχρέωσης που είχαν φθάσει τα οικονομικά της ναζιστικής Γερμανίας με το τέλος του 1937. Ο προϋπολογισμός του 1938 έδειχνε πως οι εξοπλισμοί είχαν μέχρι τότε χρηματοδοτηθεί σε σημαντικό μέρος με ομόλογα ύψους 12 δισεκατομμυρίων μάρκων, που δεν είχαν εγγύηση του δημοσίου, αλλά μιας πλασματικής ιδιωτικής επιχείρησης. Ταυτόχρονα, η Βέρμαχτ φόρτωνε τον τρέχοντα προϋπολογισμό με 11 δισεκατομμύρια. Τη θέση της γερμανικής οικονομίας παρουσιάζουν και δηλώσεις ναζιστών ιθυνόντων. Σε μια απειλητική επιστολή την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 ο Σβερίν φον Κρόσιγκ, υπουργός Οικονομικών, γράφει στον Χίτλερ: «Στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου τελειώνουν τα ταμειακά αποθέματα… οδηγούμαστε σε βαρύτατη οικονομική κρίση, της οποίας τα σημάδια έχουν οδηγήσει ήδη σε συζητήσεις στο εξωτερικό σχετικά μ’ αυτά τα αδύνατα σημεία του οικονομικού μας εξοπλισμού και στο εσωτερικό σε μια ανησυχητική μείωση εμπιστοσύνης»11. Ο Γκέρινγκ θα αναφέρει: «Το όφελος από την αριοποίηση ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο Ράιχ… Γιατί μόνο τότε είναι δυνατόν να ολοκληρώσουμε το εξοπλιστικό πρόγραμμα του Φύρερ»12. Το δε υπουργείο Οικονομικών στην ετήσιά του αναφορά για το 1938 δηλώνει: «Ταμειακά υφίσταται ένα έλλειμμα περίπου 2 δισεκατομμυρίων μάρκων. Η πιθανότητα να γίνει το Ράιχ ανίκανο να πληρώνει διαφαίνεται άμεσα»13.

 

Κατόπιν της δολοφονίας του Γερμανού διπλωμάτη Ερνστ φον Ρατ στο Παρίσι, που έδωσε το πρόσχημα για το πογκρόμ της λεγόμενης Νύχτας των Κρυστάλλων, επιβλήθηκε και νέο μέτρο οικονομικής αφαίμαξης της Εβραϊκής κοινότητας. Για τη δολοφονία από τον εβραϊκής καταγωγής Χέρσελ Γκρίνσπαν επιβλήθηκε ως συλλογικό “πρόστιμο” τον Νοέμβριο του 1938 και η λεγόμενη “εβραϊκή μετάνοια” και η “εβραϊκή εξιλέωση” (Judenvermögensabgabe). Το μέτρο προέβλεπε μια εισφορά της τάξης του 1 δισεκατομμυρίου μάρκων, ποσό που ανέβασε τα τρέχοντα έσοδα του Ράιχ μονομιάς κατά 6%. Με αυτά γεφυρώθηκε το οξύτατο έλλειμμα του ταμείου.

 

Ο Αλί συνοψίζοντας τους υπολογισμούς αναφέρει πως «συνολικά λοιπόν τουλάχιστον το 9% των τρεχόντων εσόδων του Ράιχ προέρχονταν τον τελευταίο χρόνο [πριν] από τον πόλεμο από τα καθαρά κέρδη των αριοποιήσεων»14. Ο Tooze15 ασκεί κριτική σε αυτόν τον υπολογισμό αναφέροντας πως οι αποδόσεις του φόρου διαφυγής (φόρος για τη μετανάστευση που πληρώνανε οι Εβραίοι) και φόρου μετάνοιας στους Εβραίους υπολογίστηκαν για 3 χρόνια και πως το ποσοστό πρέπει να περιοριστεί στο 5%, παραθέτοντας μεγαλύτερα τακτικά έσοδα (17 δις ο Αλί, 18,2 δις ο Tooze) για το έτος χρήσης 1938-1939, και όχι στο 9%. Η πολιτική εκτίμηση του Tooze για τα μέτρα των αριοποίησεων και τη φορολόγησή τους, ακόμα και αν δεχτούμε το ποσοστό του ως ορθό, είναι όμως κάτι παραπάνω από άστοχη. Καθώς δεν είναι δυνατόν να γράφεται πως «Αυτές οι πράξεις δίωξης σε καμία περίπτωση δεν βελτίωσαν την θέση της γερμανικής οικονομίας σαν σύνολο… Δεν πρέπει να μεγεθύνουμε τις συνέπειες του εξορθολογισμού… Ούτε πρέπει να υπερβάλλουμε για τα οικονομικά οφέλη που καρπώθηκε το Ράιχ» ή γράφοντας πως αυτό ήταν “μόνο” το 5% των τακτικών εσόδων16 ή πως δεν μπορούσε να έχει μια σημαντική και μακροχρόνια συμβολή ως προς τα τεράστια κόστη του γερμανικού επανεξοπλισμού.

 

Ο Tooze αποτυγχάνει να δει τη σημασία των αριοποιήσεων για τη χάραξη μιας οικονομικής πολιτικής που δεν θα δυσαρεστεί τη πλειοψηφία του λαού είτε αυτή περιλαμβάνει να ξεκινήσεις ένα παγκόσμιο πόλεμο με απώτερο σκοπό να κατακτήσεις όλη την Ανατολική Ευρώπη προς όφελος του “άριου πληθυσμού” σου είτε απλώς να εξυγιάνεις κάποιες τρύπες. Σε αυτό το σημείο ο Αλί έχει απόλυτο δίκιο όταν γράφει: «Αν αναλογιστεί κανείς για μια στιγμή κάποιον υπουργό Οικονομικών, δημόσιο ταμία μιας πόλης ή υπεύθυνο οικονομικών ενός κόμματος στη Γερμανία ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, ο οποίος θα μπορούσε σήμερα να διαθέτει ξαφνικά περισσότερα έσοδα, της τάξης του 9% [σημ. δική μου ή ακόμη και του 5%] χωρίς να επιβαρύνει τους δικούς του ανθρώπους, τότε αποκαλύπτεται αμέσως πόσο χαλαρωτικά πρέπει να επέδρασε η “εβραϊκή μετάνοια” και οι από αυτήν προκύπτουσες κατασχέσεις των Εβραίων για τους υπεύθυνους του προϋπολογισμού του Ράιχ»17. Διόλου τυχαία την ίδια ώρα η φορολογική εφημερίδα της Γερμανίας της εποχής παρατηρούσε: «Η απόδοση από τη φορολογία των εβραϊκών περιουσιών ωφελεί αποκλειστικά το Ράιχ, το οποίο θα τη χρησιμοποιήσει για τις γενικές υποχρεώσεις και για το καλό του γερμανικού λαού»18. Φυσικά η ακολουθούμενη πολιτική απαλλοτρίωσης των Εβραίων στην προπολεμική Γερμανία επεκτάθηκε και σε όλες τις κατακτημένες χώρες σε συνδυασμό με την εξολόθρευσή τους κατά εκατομμύρια. Αναδεικνύεται λοιπόν πως η καταδίωξη των Εβραίων δεν ήταν απλώς ένας φρενήρης παραλογισμός χωρίς κανένα νόημα που μπορεί να αποδοθεί μονόπλευρα με ιδεολογικούς ή ψυχολογικούς όρους. Το Ολοκαύτωμα, θα γράψει ο Αλί, παραμένει ακατανόητο όσο δεν αναλύεται ως η συνεπέστερη μαζική ληστεία μετά φόνου της σύγχρονης ιστορίας.

 

 

5. Η φορολογική πολιτική του Ναζισμού

 

Η πολεμική προετοιμασία και οι ανάγκες του πολέμου είχαν ως συνέπεια την αύξηση υφιστάμενων προναζιστικών φόρων και την επιβολή νέων. Άλλα όπως προκύπτει τα φορολογικά βάρη δεν έπεσαν σε όλους το ίδιο.

 

Ο εταιρικός φόρος αυξήθηκε στο 25% το 1936 (από 20%), το 1937 πήγε στο 30%. Επιβλήθηκε επίσης αύξηση για εταιρικά έσοδα άνω των 100.000 μάρκων που πήγε στο 35% το 1938 και 40% μετέπειτα19. Η φορολογία στις επιχειρήσεις αυξήθηκε και εν μέσω πολέμου, σε επιχειρήσεις με έσοδα πάνω από 50.000 μάρκα ανέβηκε στα μέσα του 1941 στο 50% και το 1942 στο 55%20.

 

Η φορολογική πολιτική για τις ανάγκες του πολέμου των Ναζί όπως κωδικοποιήθηκε στο Διάταγμα για την Πολεμική Οικονομία στις 4 Σεπτεμβρίου του 1939 προέβλεπε την εξαίρεση όλων των εισοδημάτων κάτω από 2400 μάρκα το χρόνο. Ένα πόσο που άφηνε ανέγγιχτο το σύνολο της εργατικής τάξης με σωματική εργασία και μεγάλο μερίδιο της εργατικής υπαλληλικής τάξης σύμφωνα με κοινωνικές στατιστικές του 1937 και 1943. Συγκεκριμένα το 70% των εισοδημάτων στη Γερμανία το 1943 ήταν κάτω από αυτό το όριο, 26% είχαν εισόδημα μέχρι 6.000 μάρκα οι οποίοι είχαν μικρή αύξηση της φορολογίας, ενώ μόνο το 4% καλούνταν να πληρώσει το σύνολο της αύξησης που προέβλεπε το διάταγμα, δηλαδή μια πρόσθετη αύξηση κατά 50%. Ο Αλί συμπεραίνει πως αν εξαιρέσουμε την αύξηση των έμμεσων φόρων σε καπνό, οινοπνευματώδη, κινηματογράφους και θέατρα, η εργατική τάξη και μεγάλο μερίδιο των δημοσίων υπαλλήλων εντός αυτής δεν πλήρωσαν ούτε δεκάρα παραπάνω σε άμεσους φόρους πολέμου21. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Μαρτίου 1942, συνεχίζει ο Αλί, η τράπεζα του Ράιχ είχε 12 δισεκατομμύρια μάρκα έσοδα από πολεμικούς φόρους. Από αυτά υπολογίζει πως το 75% προήλθαν από επιχειρήσεις και από ιδιώτες μεγάλων εισοδημάτων22.

 

Τόσο ο Αλί όσο και ο Tooze, παρά τις διαφωνίες του, αναγνωρίζουν πως το κόστος του πολέμου για τους Ναζί δεν προήλθε από μια δρακόντεια φορολογία της ευρύτερης “άριας” πλειοψηφίας των Γερμανών23. Η ένσταση του Tooze έγκειται πως η αποτροπή μιας επαυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης του συντριπτικού πληθυσμού της Γερμανίας δεν αναιρεί μια γενικότερη επιβάρυνση λόγω του πολέμου που διεξήγαγαν οι Ναζί. Επιπρόσθετα, κατά την άποψή του τα χρήματα δεν μπορούσαν να ξοδευτούν παρά στη μαύρη αγορά, τα καταναλωτικά αγαθά περιορίστηκαν, επιβλήθηκαν δελτία τροφίμων και όλα αυτά σε συνδυασμό με τον βρετανικό και αμερικάνικο βομβαρδισμό επιδείνωσαν το βιοτικό επίπεδο του γερμανικού πληθυσμού24. Αυτό είναι και κατά την άποψή του το κύριο ελάττωμα της ανάλυσης του Αλί25. Αλλά ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση αποφεύγει να αναφέρει πως η ναζιστική Γερμανία, σε αντίθεση με άλλες εμπόλεμες κυβερνήσεις, είχε την “πολυτέλεια” να στέλνει ρούχα, έπιπλα και αντικείμενα από τις περιουσίες εξαερωμένων Εβραίων, όπως και έγινε συστηματικά… Ο βομβαρδισμένος Γερμανός είχε διαφορετικό δωρητή από τον βομβαρδισμένο Άγγλο και η δωρεά του πρώτου δεν επιβάρυνε με την ίδια αναλογία τον ομοεθνή φορολογούμενο και το κράτος του.

 

 

 

6. Φροντίδα για τις οικογένειες των στρατιωτών

 

Το βιβλίο του Αλί παρουσιάζει και την έγνοια των Ναζί (εμμονή κατά τον Έβανς) να παρέχουν εν καιρώ πολέμου μια καθημερινά αισθητά διαφορετική πρόνοια στην τεράστια πλειονότητα των Γερμανών που ήταν πίσω στην πατρίδα από αυτήν του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η υπόσχεση ήταν πως ο δεύτερος πόλεμος δεν θα σήμαινε σε καμία περίπτωση την πείνα και τον λιμό του πρώτου που κόστισε τη ζωή σε 400.000 το 1916, γεγονός που είχε φυσικά χαραχτεί στην μνήμη πάρα πολλών Γερμανών. Για τον Χίτλερ, αυτός ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες για το μύθο του “πισώπλατου χτυπήματος” (Dolchstoßlegende) το 1918. Το πισώπλατο χτύπημα ήταν η κύρια προβαλλόμενη αιτία της δεξιάς προπαγάνδας για την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν οι εφημερίδες έγραφαν τον Οκτώβριο του 1939 πως «Η εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση ελευθερώνει το Γερμανό στρατιώτη στο μέτωπο από κάθε έγνοια για τη συντήρηση της οικογένειάς του» αυτό δεν ήταν μόνο λόγια.

 

Καταβολή των εξόδων ενοικίων, πρόσθετες παροχές για κοινωνική ασφάλιση, προμήθεια κάρβουνου και πατάτας θεσμοθετήθηκαν στις απαρχές του πολέμου. Με την αφαίρεση του 15% από το εν καιρώ ειρήνης εισόδημα του στρατιώτη το υπόλοιπο 85% καταβάλλονταν για την οικογενειακή συντήρηση. Ο Αλί αναφέρει πως για πρώτη φορά οι γυναίκες των εργατών μπορούσαν να επιτρέψουν στον εαυτό τους ξαφνικά να μην πηγαίνουν πια στο εργοστάσιο και να εξοικονομούν αποδεσμευμένες από τις διαθέσεις και την αυταρχικότητα των συζύγων τους. Ο δε Tooze, από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία από τον Αλί, γράφει πως τα δελτία τροφίμων που είχαν οριστεί το Σεπτέμβριο του 1939 για 2570 θερμίδες για απλούς πολίτες και φθάνοντας ως και 4000 θερμίδες την ημέρα για τους στρατιώτες αύξησαν τη δίαιτα για τουλάχιστον 40% των γερμανικών εργατικών νοικοκυριών26!

 

Ο Αλί παρουσιάζει το ενδιαφέρον στοιχείο πως:

 

«Συνολικά το Ράιχ πλήρωσε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το ποσό των 27,5 δισεκατομμυρίων μάρκων για τη συντήρηση των οικογενειών. Μετρούμενο με το τελευταίο εισόδημα κατά τη διάρκεια της ειρήνης, έλαβαν τα μέλη των γερμανικών οικογενειών κατά μέσο όρο το 72,8% για οικογενειακή συντήρηση. Αυτό ήταν σχεδόν το διπλάσιο από εκείνο που έλαβαν οι οικογένειες των στρατιωτών των ΗΠΑ (36,7%) και των Βρετανών (38,1%)».

 

Παράλληλα με αυτά ανέβηκαν τα διάφορα επιδόματα για παιδιά και οικογένειες: με βάση 100 το 1938 ανήλθαν σε 125 το 1939, 128 το 1940, 156 το 1941 και 196 το 1942, από το 1942 μέχρι το τέλος του πολέμου αυτά ισοδυναμούσαν ετησίως με 1 δισεκατομμύριο μάρκα.

 

Υπήρχε και άλλο μέσο για τη φροντίδα των οικογενειών και όσων έμειναν πίσω. Εκτός της πολιτικής της κρατικής πρόνοιας των ναζί, το βιβλίο του Αλί είναι διανθισμένο από αλληλογραφίες Γερμανών στρατιωτών και αναμνήσεις γυναικών στην εμπόλεμη Γερμανία που καταγράφουν ένα πλιάτσικο άνευ προηγουμένου. Μερικά γράμματα μάλιστα είναι από τον νομπελίστα Χάινριχ Μπελ, έναν κάθε άλλο παρά πρόθυμο εκτελεστή και φανατικό ναζιστή. Στις 31 Δεκεμβρίου 1943 από το στρατιωτικό νοσοκομείο έγραφε στους γονείς του: «Νοσταλγώ πολύ τον Ρήνο, τη Γερμανία, και όμως σκέφτομαι συχνά τη δυνατότητα μιας αποικίας εδώ στην Ανατολή, όταν θα έχουμε κερδίσει τον πόλεμο»27. «Θέλω να πακετάρω στα γρήγορα το βούτυρο και το σαπούνι (4 μεγάλα κομμάτια), για να φύγει με το ταχυδρομείο…»

 

Το 2003 μια σύγχρονη μάρτυρας δήλωνε: «Θυμάμαι πολλά ωραία πράγματα… για καθετί πολύτιμο που παίρναμε περηφανευόμασταν και καυχιόμασταν απέναντι σε εκείνους που λάμβαναν “μόνο” γράμματα από το μέτωπο». Ο Βολφ Γκέτε, τότε νεαρός ηθοποιός στο DeutschenTheater στην Πράγα, έγραφε: «Παρακαλώ, αγαπημένοι μου, γράψτε μου τι ακόμη θα πρέπει πιθανώς να φέρω μαζί μου. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου… Χθες αγοράσαμε ένα υπέροχο γραφείο. Κάθε τόσο επιτίθεται σε κάποιον ο συνάδελφος Βίσνερ, ο οποίος έχει γίνει πραγματικός έμπορος αρχαιοτήτων. Χθες αγόρασε ένα εκπληκτικό ανάγλυφο από την εποχή της αυτοκρατορίας, σήμερα μια ισπανική-γοτθική Μαντόνα… Έχω σημειώσει τις διάφορες επιθυμίες σας. Χθες αγόρασα 4 κιλά κακάο για σας (7 μάρκα το κιλό)… ο Ρόλι πήρε ένα φορτίο άρωμα και κολόνια, καθώς και ανοιχτόχρωμα δερμάτινα γάντια για την Ντόνα του…»

 

Από την Πολωνία άλλος στρατιώτης: «Τα πακέτα για σένα, τον πατέρα και τη Φρίντα έφυγαν προχθές. Να είσαι λοιπόν στη θέση σου, όταν θα φτάσουν… Τα παπούτσια είναι ήδη καθ’ οδόν… Για τον Ότο βρήκα ύφασμα για μερικά παντελόνια… Για το γέμισμα της πασχαλινής τσαντούλας της Ίλζε να μην ανησυχείς. Εφοδιάστηκα και θα τα φέρω το Πάσχα μαζί μου. Είναι πολύ ωραία πράγματα, που σίγουρα στη Γερμανία δεν τα βρίσκετε πια. Τα σκέφτομαι όλα, αγοράζω τα πάντα για σας και, αντί για ευχαριστώ, δε μου γράφεις ένα γράμμα. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό; Τον καφέ που σας έστειλα μαζί με τα άλλα μπορείτε να τα τον πιείτε όλο, για το Πάσχα θα φέρω λίγο μαζί μου. Από το κακάο που έχεις στο σπίτι μπορείς να δώσεις και λίγο στην Ίντα. Και από αυτό επίσης έχω αρκετό για σας».

 

Θα μπορούσε κανείς να συλλέξει χιλιάδες τέτοια γράμματα και αναμνήσεις Γερμανών και Γερμανίδων για παπούτσια από τη βόρεια Αφρική, βελούδο και μετάξι, λικέρ και καφέ από τη Γαλλία, καπνό από την Ελλάδα, μέλι και λαρδί από τη Ρωσία, ρέγκες μαζικά από τη Νορβηγία, δώρα από τη Ρουμανία, την Ουγγαρία ακόμη και από την Ιταλία, όπως θα μπορούσε να συλλέξει χιλιάδες αναμνήσεις πείνας και στερήσεων όπως η παρακάτω για την πολιορκία του Λένινγκραντ: «Ήταν σχεδόν αδύνατο να βρούμε μια κάσα. Εκατοντάδες πτώματα εγκαταλείπονταν απλώς στα νεκροταφεία ή γύρω από αυτά τυλιγμένα μόνο με ένα σεντόνι. Οι αρχές έθαβαν τα παρατημένα πτώματα σε ομαδικούς τάφους, τους οποίους άνοιγαν οι πολιτικές στρατιές άμυνας με ανατινάξεις. Δεν είχαν τη δύναμη να σκάψουν με τα φτυάρια τάφους στην παγωμένη γη»28. Ή αυτές για την Αθήνα τον χειμώνα του 1941-42: «Πατατόφλουδες, κρεμμυδόφυλα, ρίζες από μαρούλια και λάχανα, σάπια μήλα, κόκκαλα κι αποφάγια μαγειρεμένα, ψωμοκόμματα βουτηγμένα στις σάλτσες κι ό,τι άλλο μπορούσε να μασηθεί… τα βάζαν σ’ ένα τενεκεδένιο λεβέτι και τα βράζανε σε φωτιά από παλιόχαρτα και σκουπίδια… Ύστερα μοίραζαν το συσσίτιο και το τρώγαν»29.

 

Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα, η αναμενόμενη μείωση της κατανάλωσης τροφίμων σε ένα παγκόσμιο πόλεμο για όλους τους εμπλεκόμενους δεν είχε σίγουρα την ίδια αναλογία από χώρα σε χώρα. Γι’ αυτό φρόντισε τόσο το ναζιστικό κράτος με μέτρα πρόνοιας στο εσωτερικό όσο και η ελευθερία που άφηνε τους στρατιώτες του να αρπάζουν και να στέλνουν πίσω “κατιτίς” από τις κατακτημένες χώρες ως συμπλήρωμα αυτών που έδινε το «κράτος-πατέρας» των Ναζί.

 

 

 

7. Η καταλήστευση σε βαθμό λιμοκτονίας προς όφελος του γερμανικού πληθυσμού στον πόλεμο

 

 

 

“Αν είναι κάποιος να πεινάσει, σίγουρα δεν θα είναι ο Γερμανός, αλλά κάποιος άλλος”

 

Γκέρινγκ

 

 

 

Είναι πλέον κοινός τόπος πως το σχέδιο των Ναζί ήταν η κατάκτηση περιοχών στην ανατολική Ευρώπη και η ανερυθρίαστη ληστεία των τροφίμων της περιοχής εις βάρος των λαών, ειδικά των Σλάβων και των Ρώσων, που η ζωή τους για τους Ναζί είχε ελάχιστη σημασία. Αυτό καταμαρτυρούν και τα σχέδια και οι λόγοι των ηγετών του ναζιστικού κόμματος που παραθέτει και ο Αλί στο βιβλίο του. Εκτός της εγκληματικής τακτικής στην ανατολή, όλη η Ευρώπη είχε τεθεί υπό καθεστώς εκμετάλλευσης μέσω ενός πολυεπίπεδου συστήματος καταλήστευσης που περιλάμβανε μεταξύ άλλων υποτιμήσεις των νομισμάτων έναντι του μάρκου, επιβολή κοστών κατοχής σε κάθε μια χώρα και μονόπλευρα αναγκαστικά δάνεια προς όφελος της Γερμανίας. Τα πάντα και παντού δούλευαν προς όφελος της Γερμανίας, της Βέρμαχτ και των οικογενειών πίσω στην πατρίδα.

 

Το επίσημο σχέδιο κατά τις “Γενικές θέσεις για την οικονομική πολιτική στις νεοκατακτημένες ανατολικές περιοχές” που αποφασίστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 1941 υπό την προεδρία του Γκέρινγκ και τις οποίες επεξεργάστηκε ο οικονομολόγος Ότο Ντόνερ ήταν: «Μέσω φτηνής (αγροτικής) παραγωγής υπό τη διατήρηση του χαμηλού βιοτικού επιπέδου του ιθαγενούς πληθυσμού επιδιώκονται κατά το δυνατόν υψηλότερα παραγωγικά πλεονάσματα για τον εφοδιασμό του Ράιχ και των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Με αυτόν τον τρόπο οφείλει πλάι σε μια κατά το δυνατόν εκτενέστερη κάλυψη των ευρωπαϊκών αναγκών σε τρόφιμα και πρώτες ύλες να συμπεριληφθεί ταυτόχρονα για το Ράιχ μια πηγή εσόδων που θα διευκολύνει την επικάλυψη του ουσιαστικού τμήματος των για τη διεξαγωγή του πολέμου αναληφθέντων χρεών υπό τη δυνατότερη προστασία του Γερμανού φορολογουμένου»30.

 

Αλλού :

 

«Δεν πρόκειται λοιπόν σε καμιά περίπτωση για τη διατήρηση του μέχρι τώρα, αλλά για τη συνειδητή απομάκρυνση από αυτό που έγινε και την ενσωμάτωση της διατροφικής οικονομίας της Ρωσίας στα ευρωπαϊκά πλαίσια. Από αυτό επιτυγχάνεται αναγκαστικά μια απονέκρωση τόσο της βιομηχανίας όσο και ενός μεγάλου τμήματος των ανθρώπων… Πολλές δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι είναι περιττοί σ’ αυτές τις περιοχές (ρωσικές) και θα πεθάνουν ή θα πρέπει να μεταναστεύσουν στη Σιβηρία».

 

Απάνθρωπη μεταχείριση είχαν και οι αιχμάλωτοι πολέμου κατά την εισβολή στη Ρωσία όπου οι οδηγίες του γενικού στρατοπεδάρχη του στρατού Έντουαρντ Βάγκνερ ήταν 5 μήνες μετά την έναρξη επιχείρησης Μπαρμπαρόσα: «Μη εργαζόμενοι αιχμάλωτοι πολέμου στα στρατόπεδα αιχμαλώτων οφείλουν να πεθάνουν από πείνα». Ως αποτέλεσμα τέτοιων οδηγιών, 3,3 εκατομμύρια σοβιετικοί βρήκαν τον θάνατό τους στα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου, αριθμός που συγκρίνεται μονάχα με το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Ταυτόχρονα, υπήρχε πλάνο λιμοκτονίας του Λένινγκραντ με άλλο 1 εκατομμύριο να πεθαίνουν της πείνας στα δυόμισι χρόνια της πολιορκίας της πόλης· το σχέδιο ήταν πως ακόμη και αν έπαιρναν την πόλη δεν θα επιβαρύνονταν με απαιτήσεις για συνθηκολόγησή της· έτσι ζητούμενο ήταν η πλήρης καταστροφή της. «Για οικονομικούς λόγους», καθόρισε η γερμανική ηγεσία, «η κατάκτηση μεγάλων πόλεων είναι ανεπιθύμητη. Η περικύκλωσή τους έχει περισσότερα προτερήματα». Ο Βάγκνερ απαγόρευε «κάθε παράδοση μέσων διατροφής του στρατού προς τον πληθυσμό των κατακτημένων περιοχών». Ο διοικητής του Χαρκόβου εξέδωσε τα εξής: «Η γερμανική Βέρμαχτ δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τη διατροφή του πληθυσμού της πόλης του Χαρκόβου»· ο επιθεωρητής για την Ουκρανία: «Η Ουκρανία οφείλει να προσφέρει ό,τι λείπει από τη Γερμανία. Αυτό το καθήκον πρέπει να διεξαχθεί χωρίς σεβασμό σε απώλειες… Η αύξηση της μερίδας του ψωμιού είναι μια πολιτική αναγκαιότητα, για να διεξάγουμε τον πόλεμο. Οι ποσότητες δημητριακών που λείπουν πρέπει να εξαχθούν από την Ουκρανία. Η τροφοδοσία του άμαχου πληθυσμού απέναντι σ’ αυτό το καθήκον είναι εντελώς αδιάφορη». Σε σύσκεψη στις 6 Αυγούστου 1942 ο Γκέρινγκ θα διατάξει επιθεωρητές και στρατιωτικούς διοικητές αποπαίρνοντας και όποιον διστακτικό: «Μου είναι εντελώς αδιάφορο αν μου λέτε ότι οι άνθρωποί σας πέφτουν κάτω από την πείνα. Μακάρι να πέσουν για τόσο καιρό όσο έστω και μόνο ένας Γερμανός να μην πέφτει κάτω από την πείνα».

 

Θα πρέπει να τονιστεί η διαφορά με άλλες περιπτώσεις λιμών. Η λιμοκτονία δεν ήταν συνέπεια του πολέμου στη Σοβιετική Ένωση ούτε παράπλευρη συνέπεια μιας άλλης εγκληματικής πολιτικής31. Ο Αλί παραθέτει κάμποσες δηλώσεις, όπως αυτές παραπάνω, και σχέδια στρατιωτικών και πολιτικών να καθησυχάζουν και να υπόσχονται βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για τους Γερμανούς πίσω στην πατρίδα μέσω ενός οργανωμένου και εσκεμμένου σχεδίου λιμοκτονίας. Ο Αλί κάνει έναν υπολογισμό της ληστείας της ΕΣΣΔ αντιστοιχώντας όλα τα προϊόντα που επιτάχθηκαν βάσει καθιερωμένων αναλογιών σε μονάδες δημητριακών. Καταλήγει πως η ληστεία τροφίμων στην ΕΣΣΔ επέφερε την πλήρη αφαίρεση της διατροφικής βάσης για περισσότερα από 21,2 εκατομμύρια ανθρώπους.

 

 

 

8. Κριτικές επισημάνσεις και συμπέρασμα

 

Ένα αμφισβητούμενο σημείο του βιβλίου του Αλί είναι το ποσοστό του μεριδίου από αλλοδαπές και “αλλοφυλετικές” πηγές. Παραθέτοντας πίνακες και στοιχεία συναθροίζει και συμπεραίνει πως τουλάχιστον τα 2/3 των τρεχόντων πολεμικών εσόδων προήλθαν από τις προαναφερθείσες πηγές32. Ο Αλί έχει γράψει μια απάντηση στην κριτική η οποία έχει προστεθεί στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του (σ. 405-436) και ισχυρίζεται πως το διαφορετικό ποσοστό που παραθέτουν άλλοι ιστορικοί προκύπτει από διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού. «Οι ενστάσεις του», σημειώνει ο Αλί, «που αφορούν τα γεγονότα, κατευθύνονται εδώ στα γερμανικά πολεμικά χρέη. Εγώ λέω ότι τα τρέχοντα έσοδα –αυτονόητα τα έσοδα– για τον έκτακτο πολεμικό προϋπολογισμό του Ράιχ πληρώθηκαν κατά τα δύο τρίτα από τους φόρους υποτέλειας των κατακτημένων χωρών, τους κατασχεμένους μισθούς των αναγκαστικών εργατών και την ιδιοκτησία των Ευρωπαϊκών Εβραίων. Απέναντι σ’ αυτό εμμένει ο Τούζε στις (μετά την ήττα) πρακτικά ληξιπρόθεσμες πολεμικές δαπάνες – αυτονόητα, δαπάνες που κατά περίπου 50% χρηματοδοτήθηκαν με δάνεια. Έτσι υπολογισμένο σαφώς ανεβαίνει το γερμανικό μερίδιο».

 

Ο Αλί όντως έχει κάποιο δίκιο καθώς το σχέδιο ήταν πως και τα βάρη από τα δάνεια με τη νίκη της Γερμανίας θα τα φόρτωναν στους γνωστούς “υπάνθρωπους” κατακτημένους λαούς. Όπως πλήρωσαν για τα τρέχοντα έσοδα θα πλήρωναν και γι’ αυτά που είχαν δανειστεί για το σύνολο των δαπανών του πολέμου. Στον ισχυρισμό του Tooze πως το ένα τέταρτο είναι το ορθό ποσοστό, ο Άγγλος ιστορικός Έβανς χωρίς καμία πρόφαση προσπάθειας ανάλυσης, τεκμηρίωσης ή παραπομπής, γράφει: «Συνολικά, η συνεισφορά των οικονομιών των κατακτημένων χωρών, σε ανατολή και δύση, στη γερμανική οικονομία κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν πιθανό όχι πολύ περισσότερο από το 20% επί του συνόλου. Δεν ήταν αρκετό για να κάνει το λαό να νιώσει πως ζούσε καλά»33. Η αοριστολογία του Έβανς όμως περισσότερο συσκοτίζει παρά συμβάλλει στην κατανόηση του φαινομένου του ναζισμού. Δεν μπορεί να γίνεται σύγκριση του βιοτικού επιπέδου του Γερμανού πολίτη με το σημερινό (όπως ατυχέστατα γίνεται σε διάφορους ιστορικούς34) αλλά ούτε καν με το επίπεδο των ΗΠΑ και της Αγγλίας της εποχής για να εξηγηθεί η συνείδηση και η στάση του έναντι του καθεστώτος. Η τελευταία καθορίζεται κατά κύριο λόγο από μια μεσοπρόθεσμη εμπειρική σύγκριση του πού ήταν το βιοτικό επίπεδο σε μια δεδομένη χρονική στιγμή – κατά κανόνα είναι η χείριστη, στην περίπτωσή μας το 1932, εντός της χώρας και πού φαίνεται, δείχνει και υπόσχεται πως πάει η γενικότερη οικονομική κατάσταση. Οι Γερμανοί πολίτες και εργάτες επί ναζισμού δεν βίωσαν κανένα οικονομικό θαύμα ούτε είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να φθάνει και να ξεπερνάει αυτό των ΗΠΑ και της Αγγλίας ή άλλων καπιταλιστικά ανεπτυγμένων χωρών. Αλλά αυτό ποτέ δεν είναι το ζητούμενο και προϋπόθεση για μια παθητική αποδοχή. Το αίσθημα της οικονομικής ανακούφισης και η αυταρχική αποφασιστικότητα προς μια φαινομενική πρόοδο αρκούσαν για να εξασφαλίσουν τη νομιμότητα και την τάξη.

 

Εντός αυτού του πλαισίου μπορεί να δοθεί και μια μερική απάντηση στους ιστορικούς που αντιτείνουν πως το σύρσιμο στο πόλεμο των Γερμανών πολιτών και η ήττα αρκεί για να δείξει πως θύματα ήταν και οι Γερμανοί πολίτες. Η υπόσχεση, μαζί φυσικά με την πρόγευση που είδε ο γερμανικός λαός κατά τον πόλεμο, για του τι θα επακολουθούσε τον πόλεμο εφόσον νικούσε η Γερμανία και ο Άξονας είναι σχεδόν σίγουρο πως δημιούργησε τουλάχιστον ευήκοα ώτα σε πλατιά στρώματα του γερμανικού πληθυσμού. Άραγε μπορεί αυτό να δίνει και μια εξήγηση πώς και γιατί τα 7,2 εκατομμύρια ψηφοφόρων των Σοσιαλδημοκρατών (με 1 εκ. μέλη35) και τα 5,98 εκατομμύρια ψηφοφόρων των Κομμουνιστών (με 360.000 μέλη36) στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1932 δεν κατάφεραν να προβάλουν ουσιαστική αντίσταση ως το 1945 κατόπιν της (σε αριθμό χιλιάδων είναι η αλήθεια) σύλληψης και καταπίεσης των ηγεσιών τους, των συνδικάτων τους και των στελεχών τους; Μήπως η βάση της αριστεράς είχε υποστεί σημαντικές απώλειες και ήττα και η διαπίστωση του παράνομα εισελθόντος συνδέσμου του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (μετέπειτα καγκελάριου της Δ. Γερμανίας) Βίλι Μπραντ το καλοκαίρι του 1936 για τη διάθεση των Βερολινέζων εργατών ως «όχι ενθουσιώδη, ούτε επίσης έντονα φιλική προς το καθεστώς» αλλά ως «απολύτως μη εχθρική προς το καθεστώς»37 είχε δόσεις μεγάλης αλήθειας;

 

Ακόμη και αν λάβουμε υπόψη μας την παρωχημένη ανάλυση που θέλει να ερμηνεύει τα πάντα βάσει των εκλογικών αποτελεσμάτων του 1932, σαν να σταμάτησε η διαμόρφωση συνείδησης της πλειοψηφίας του πληθυσμού εκεί, τότε βλέπουμε πως ακόμα και πριν έλθει στην εξουσία ο Χίτλερ είχε κερδίσει σημαντικό κομμάτι της εργατικής τάξης. Οι αριστερές αναγνώσεις συνήθως καταφεύγουν στον εύκολο ένοχο, τις μεσαίες τάξεις, για να ξεμπερδέψουν και να δώσουν το φωτοστέφανο στην εργατική τάξη. Η πραγματικότητα ήδη από το 1932 ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από θρησκευτικές μανιχαϊστικές απλουστεύσεις. Για τις εκλογές του Ιουλίου του 1932 ο Ρίτσαρντ Έβανς σημειώνει:

 

«Οι εκλογές επιβεβαίωσαν το status των Ναζί ως ένα πολύχρωμο συνασπισμό των απογοητευμένων, με αυτήν την φορά ένα αρκετά αυξημένο έρεισμα στις μεσαίες τάξεις, που είχαν εμφανώς υπερνικήσει το δισταγμό τους που είχαν εκδηλώσει 2 χρόνια πιο πριν όταν είχαν στραφεί στις διασπάσεις κομμάτων της δεξιάς. Εκλογείς από τα κόμματα της μεσαίας τάξης είχαν τώρα πάρει μια θέση στους ψηφοφόρους του Ναζιστικού κόμματος. Ένας στους δύο ψηφοφόρους που είχαν υποστηρίξει τις διασπάσεις-κόμματα τον Σεπτέμβριο του 1930 τώρα γύρισαν προς τους Ναζί και ένας στους τρεις από αυτούς που είχαν ψηφίσει τους Εθνικιστές, το Λαϊκό Κόμμα και το Κρατικό Κόμμα στις προηγούμενες εκλογές του Ράιχσταγκ. Ένας η μία (ειδικά) στους πέντε που δεν είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές πήγαν στις εκλογές να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ των Ναζί. Ακόμα και ένας στους επτά από αυτούς που είχαν ψηφίσει τους Σοσιαλδημοκράτες τώρα ψήφισαν τους Ναζί. 30% των οφελών του κόμματος προήλθε από τα κόμματα-διασπάσεις. Σε αυτούς τους ψηφοφόρους συμπεριλαμβάνονταν πολλοί που είχαν υποστηρίξει τους Εθνικιστές το 1924 και το 1928. Ακόμα και μερικοί ψηφοφόροι των Κομμουνιστών, των Καθολικών και του Κόμματος του Κέντρου στράφηκαν προς τους Ναζί, αν και αυτό ισοσκελίστηκε από αυτούς που ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Το ναζιστικό κόμμα συνέχιζε να είναι δημοφιλές κυρίως στους Προτεστάντες, με μόνο το 14% των Καθολικών ψηφοφόρων να το υποστηρίζει σε αντίθεση με το 40% των μη-Καθολικών. 60% των ψηφοφόρων των Ναζί σε αυτήν την περίπτωση με την ευρεία έννοια κατατάσσονταν στις μεσαίες τάξεις, 40% ήταν μισθωτοί εργαζόμενοι σωματικής εργασίας και οι οικείοι τους (σημ. υπογράμμιση δική μου), αν και, όπως πριν , ήταν συντριπτικά εργάτες που η σχέση τους με το εργατικό κίνημα, για διάφορους λόγους, ήταν ασθενής»38.

 

Περίπου 55% των ταγμάτων εφόδων SA ήταν από εργατικό υπόβαθρο, περίπου 40% των μελών του κόμματος ήταν από την εργατική τάξη, ένας στους τέσσερις εργάτες ψήφισαν τους Ναζί τον Ιούλιο του 1932 και 13% των ανέργων. Οι Ναζί πήραν 13,7 εκατομμύρια ψήφους στις εκλογές του Ιουλίου του 1932 αυτό μας δίνει έναν αριθμό 5,5 εκατομμύρια ατόμων της εργατικής τάξης, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο αριθμό ο οποίος μάλιστα ήταν υψηλότερος από τους εργάτες που ψήφισαν τους Σοσιαλιστές ή τους Κομμουνιστές χωριστά38. Το ό,τι η σχέση τους με το εργατικό κίνημα ήταν ασθενής είναι μάλλον αυτονόητο αφού το κομμάτι της εργατικής τάξης που θα είχε σχέση με το εργατικό κίνημα ψήφιζε τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές. Δεν θα ήταν παραλογισμός αν κάποιος ανέφερε πως μόνο (χωρίς να λάβουμε υπόψη άλλα μέτρα) η εξάλειψη της ανεργίας εντός πενταετίας από την ανάληψη της εξουσίας είχε σαφέστατα θετικές επιπτώσεις στην ανοχή της εργατικής τάξης στο ναζιστικό κόμμα.

 

Δεν χρειάζεται να καταφύγει κανείς στην απαξιωτική φρασεολογία σε ιδιωτικές επιστολές του Ένγκελς για το προλεταριάτο του 19ου αιώνα της Αγγλίας. Η τοποθέτηση, κατ’ αρχάς, στο τραπέζι της συζήτησης από την έρευνα του Αλί της παθητικής αποδοχής είναι σαφέστατα πολύ πιο μετρημένη και δίκαια οφείλει κάθε μελετητής της ιστορίας του ναζισμού πλέον να τη λάβει υπόψη του. Πέρα από τις ήδη συζητημένες αιτίες που συνδέονται με αδυναμίες της ίδιας της εργατικής τάξης και την αδίστακτη ισχύ του ναζισμού, ευθύνες πρωτίστως έχουν τα εργατικά κόμματα και οι ηγεσίες τους. Οι ηγεσίες δεν μπόρεσαν να κινητοποιήσουν αποτελεσματικά την εργατική τάξη αρχικά για να αποτρέψουν την άνοδο του ναζισμού και στη συνέχεια να προβάλουν μια μαζική και αποτελεσματική αντίσταση όπως έγινε σε άλλες χώρες ακόμα και του Άξονα (βλέπε εξελίξεις σε Ιταλία, Σλοβακία και Βουλγαρία). Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υπερασπίστηκε και συγκυβέρνησε κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που απέτυχε να φέρει εγγυήσεις για την εργατική τάξη. Το δε Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας υιοθέτησε τη σεχταριστική σταλινική τακτική του “σοσιαλφασισμού” τορπιλίζοντας την δυνατότητα ενός αντιφασιστικού μετώπου. Ενώ ταυτόχρονα υπερασπίστηκε ως εναλλακτική την εκδοχή του σταλινικού σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ που προϋπόθετε την πυγμή ενός παντοδύναμου αρχηγού και ένα πατερναλιστικό κράτος, ευάλωτη με τη σειρά της σε μια κακέκτυπη αντιγραφή…

 

 

 

Σημειώσεις

 

1. Για να γίνει όμως κατανοητή η πολυπλοκότητα του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας εντός του καπιταλιστικού συστήματος θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που δίνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Για παράδειγμα, το σύγχρονο βιοτικό επίπεδο των μισθωτών και εργαζόμενων στρωμάτων ακόμα και μιας χώρας με ενδιάμεσα εξαρτημένη θέση χρεωμένη σε πιστώτριες χώρες, όπως οι χώρες του νότου της Ευρωζώνης, μπορεί να είναι πολλαπλάσια υψηλότερο από χώρες που είναι πρώην αποικίες και εκφυλισμένα καθεστώτα επαναστατικών αλλαγών όπως η Κίνα κ.ά. Βιοτικό επίπεδο που απολαμβάνουν, χωρίς να αναφέρουμε τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, εν μέρει και από την αγορά προϊόντων του κόπου των εργαζόμενων σε αυτές τις διακηρυγμένες πρώην “σοσιαλιστικές” χώρες. Ως συμπέρασμα προκύπτει ως διαστρεβλωτική τόσο μια μηχανιστική παράθεση της αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας σαν αυτή η σχέση να είναι απαράλλαχτα ίδια στη Γερμανία, στην Ελλάδα και στην υποσαχάρια Αφρική όσο και μια μηχανιστική θεωρία της εξάρτησης που αλληθωρίζει μάλιστα και προς εθνικιστικές αναγνώσεις για μια ιμπεριαλιστική Γερμανία με αμιγώς “εξαγορασμένο” προλεταριάτο και μια πλειάδα εξαρτώμενων χωρών με αμιγώς “εξαθλιωμένο” προλεταριάτο στην ανατολική Ευρώπη.

 

2. Περιλαμβάνονται στο Β.Ι. Λένιν, Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 125.

 

3. Δεν παρατίθεται πηγή, αλλά το νούμερο ταυτίζεται με αυτό του βιβλίου TheAnatomyoftheSSState, WalkerandCompany: NewYork, 1968. Στο εν λόγω βιβλίο αναφέρονται και οι έγκλειστοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης για το 1937 24.000, το 1938 60.000 και το 1939 21.300.

 

4. Αλί, σ. 37, 38.

 

5. Έβανς, Τhe Coming of the Third Reich, Penguin, 2004, σ. 114.

 

6. Έβανς, σ. 236.

 

7. Αλί, σ. 56.

 

8. Έβανς, The Third Reich in Power, Penguin, 2004, σ. 342.

 

9. Βλ. π.χ. Το εγχειρίδιο Ιστορία νεότερη και σύγχρονη της Γ. Λυκείου (1981-2006) σελ. 188 και στο νέο εγχειρίδιο, Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου, Ιωάννης Κολιόπουλος σ. 104.

 

10. The Τhird Reich in Power, σ. 377-391.

 

11. Αλί , σ. 66.

 

12. Αλί , σ. 68.

 

13. Αλί, σ. 70.

 

14. Αλί σ. 71.

 

15. Adam Tooze, The making and breaking of the nazi, NY Viking Penguin (2006), σ. 277-278 και σημείωση 133 σελίδα 724.

 

16. Για να καταλάβουμε το μέγεθος μιας τέτοιας “πολυτέλειας” για μια κυβέρνηση μπορούμε να αναφέρουμε πως η ελληνική κυβέρνηση στα τέλη του 2011 είχε θέσει στόχο να εξοικονομήσει 2,25 δις ευρώ από μειώσεις συντάξεων και μισθών http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_04/10/2011_458146· μέτρα που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του 2012 που προέβλεπε 53,3 δις ευρώ από φορολογικά έσοδα το καθιστούν ένα 4,2% της φορολογίας. Άρα οι πολυθρύλητες μειώσεις συντάξεων και μισθών για μια μεγάλη μερίδα υπαλλήλων με ένα τεράστιο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση είχαν στην καλύτερη των περιπτώσεων αποτέλεσμα ένα ποσοστιαίο μέγεθος του 4,2%. Οι ναζιστές πολιτικοί είχαν στη διάθεσή τους ακριβώς λόγω της ρατσιστικής προπαγάνδας και πολιτειακής θέσπισης του καθεστώτος τους την ευχέρεια να πάρουν μεγαλύτερο ποσοστό χωρίς κανένα ουσιαστικό πολιτικό κόστος από τους δικούς τους ανθρώπους, από μια ισχνή μειονότητα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποβιβαστεί ως ασήμαντο γεγονός.

 

17. Αλί, σ. 72-73.

 

18. Αλί, σ. 72.

 

19. Otto Nathan, Nazi War Finance and Banking Our Economy in War, 1944, σ. 31.

 

20. Αλί, σ. 88-89, Tooze, σ. 495.

 

21. Αλί, σ. 77-78.

 

22. Αλί, σ. 89.

 

23. Tooze, σ. 647, Αλί, σ. 76-87.

 

24. Tooze, σ. 647.

 

25. Tooze, σ. 771.

 

26. Tooze, σ. 361.

 

27. Αλί., σ. 34.

 

28. Αλί, σ. 230.

 

29. Ασημάκη Πανσέληνου, «Τότε που ζούσαμε» από την Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, των Β. Σκουλάτου – Ν. Δημακοπούλου – Σ. Κόνδη, ΟΕΔΒ, τεύχος Γ΄ Ενιαίου Λυκείου, σελ. 272-273.

 

30. Αλί, σ. 379.

 

31. Βλέπε π.χ. τον λιμό του 1932-33 στην ΕΣΣΔ.

 

32. Αλί, σ. 353-363.

 

33. The Third Reich at war, σ. 428. Να σημειωθεί πως ο Έβανς γνωρίζει και παραθέτει σε αρκετά άλλα σημεία τα βιβλία των Αλί και Tooze, αλλά για τον συγκεκριμένο του ισχυρισμό το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι πως το εφηύρε και μάντεψε μόνος του…

 

34. Tooze, σ. 138.

 

35. William Harvey Maehl, “The German Socialist Party: Champion of the First Republic, 1918-1933”, American Philosophical Society, 1986, σ. 224.

 

36. Catherine Epstein, The last revolutionaries: German communists and their century, Harvard University Press, 2003, σελ. 39.

 

37. Αλί, σ. 57.

 

38. Έβανς, Τhe coming of the…, σ. 294.

 

39. Dick Geary, “Who voted for the Nazis?” (electoral history of the National Socialist German Workers Party), History Today, Οκτ. 1998.

 

 

 

 

Πηγή:  Μαρξιστική Σκέψη